Συνολικές προβολές σελίδας

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Φορολογία και Λογιστική. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Φορολογία και Λογιστική. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 9 Μαΐου 2025

Αυξάνεται το όριο απαλλαγής ΦΠΑ: Ποιες επιχειρήσεις ωφελούνται από τη νέα ρύθμιση


Η αναπροσαρμογή αυτή αναμένεται να δώσει ανάσα σε χιλιάδες μικρές επιχειρήσεις και ελεύθερους επαγγελματίες, μειώνοντας σημαντικά το φορολογικό και διαχειριστικό τους βάρος

Την αύξηση του ορίου απαλλαγής από τον ΦΠΑ για τις μικρές επιχειρήσεις σχεδιάζει να προωθήσει η κυβέρνηση, στο πλαίσιο ευθυγράμμισης με την κοινοτική Οδηγία 2020/285, η οποία έπρεπε ήδη να έχει ενσωματωθεί στο εθνικό δίκαιο από τον περασμένο Δεκέμβριο.

Το σημερινό όριο τζίρου των 10.000 ευρώ αναμένεται να αυξηθεί στα 15.000 ή και 18.000 ευρώ, βάσει των σεναρίων που εξετάζει το υπουργείο Οικονομικών.

Η αναπροσαρμογή αυτή αναμένεται να δώσει ανάσα σε χιλιάδες μικρές επιχειρήσεις και ελεύθερους επαγγελματίες, μειώνοντας σημαντικά το φορολογικό και διαχειριστικό τους βάρος.

Τρίτη 10 Δεκεμβρίου 2024

Παράταση του πλαφόν 3% για εμπορικές και επαγγελματικές μισθώσεις ακινήτων για το 2025

Το άρθρο 3 της τροπολογίας που κατατέθηκε στο νομοσχέδιο του Υπ. Ανάπτυξης, με τίτλο «Ενσωμάτωση της Οδηγίας (ΕΕ) 2022/2464 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 14ης Δεκεμβρίου 2022, για την τροποποίηση του Κανονισμού (ΕΕ) 537/2014, της Οδηγίας 2004/109/ΕΚ, της Οδηγίας 2006/ 43/ΕΚ και της Οδηγίας 2013/34/ΕΕ, όσον αφορά την υποβολή εκθέσεων βιωσιμότητας από τις εταιρείες (L 322) και της κατ’ εξουσιοδότηση Οδηγίας (ΕΕ) 2023/2775 της Επιτροπής, της 17ης Οκτωβρίου 2023, για την τροποποίηση της Οδηγίας 2013/34/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου όσον αφορά τις προσαρμογές των κριτηρίων μεγέθους για τις πολύ μικρές, τις μικρές, τις μεσαίες και τις μεγάλες επιχειρήσεις ή ομίλους» περιλαμβάνει τα παρακάτω:

Άρθρο 3

Παράταση ισχύος ανωτάτου ορίου αναπροσαρμογής μισθώματος για εμπορικές και επαγγελματικές μισθώσεις ακινήτων-Τροποποίηση παρ. 1 άρθρου 96 ν. 5007/2022

Στην παρ. 1 του άρθρου 96 του ν. 5007/2022 (Α' 241), περί καθορισμού του ανώτατου ορίου αναπροσαρμογής μισθώματος για εμπορικές και επαγγελματικές μισθώσεις ακινήτων, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) Οι λέξεις «από την 1η Ιανουαρίου 2024 έως και την 31η Δεκεμβρίου 2024» αντικαθίστανται από τις λέξεις «1η Ιανουαρίου 2025 έως και την 31η Δεκεμβρίου 2025», β) οι λέξεις «του έτους 2023» αντικαθίστανται από τις λέξεις «του έτους 2024», και η παρ. 1 διαμορφώνεται ως εξής: «1. Για τις εμπορικές μισθώσεις ακινήτων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του π.δ. 34/1995 (Α' 30), επιτρέπεται, από την 1η Ιανουαρίου 2025 έως και την 31η Δεκεμβρίου 2025, αναπροσαρμογή του μισθώματος που ανέρχεται σε ποσοστό τρία τοις εκατό (3%), κατά ανώτατο όριο, επί του μισθώματος του έτους 2024.».

Σάββατο 16 Σεπτεμβρίου 2023

Μειώσεις Φόρου Εισοδήματος

 

1. Εξαρτώμενα μέλη

Για τη χορήγηση των μειώσεων φόρου που προβλέπεται και γενικά την εφαρμογή των διατάξεων φορολογίας εισοδήματος, ως εξαρτώμενα μέλη του φορολογούμενου θεωρούνται:

α) Η σύζυγος.

Στην περίπτωση υποβολής κοινής δήλωσης φορολογίας εισοδήματος ο (η) σύζυγος, εφόσον δεν έχει ίδια φορολογητέα εισοδήματα οποιασδήποτε πηγής,

β) Άγαμα τέκνα.

Τα άγαμα τέκνα, εφόσον:

  • είναι ανήλικα έως 18 ετών ή
  • είναι ενήλικα έως 25 ετών και φοιτούν σε σχολές ή σχολεία ή ινστιτούτα επαγγελματικής εκπαίδευσης ή κατάρτισης της ημεδαπής ή αλλοδαπής ή
  • είναι ενήλικα έως 25 ετών και είναι εγγεγραμμένα στα μητρώα ανέργων του Οργανισμού Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού (Ο.Α.Ε.Δ.) ή υπηρετούν τη στρατιωτική θητεία τους,

γ) τα παρακάτω φυσικά πρόσωπα με ποσοστό νοητικής ή σωματικής αναπηρίας τουλάχιστον 67%, εφόσον είναι άγαμα, διαζευγμένα ή σε χηρεία:

  • τέκνα του φορολογούμενου
  • αδελφοί και αδελφές των δύο συζύγων.

δ) ανιόντες (π.χ. παππούδες)

ε) ανήλικα ορφανά από πατέρα και μητέρα που έχουν έως τρίτου βαθμού συγγένεια με το φορολογούμενο ή τον/τη σύζυγο.

Κυριακή 3 Ιουλίου 2022

Φορολογικη Αντιμετωπιση Καταστροφης Αποθεματων

 

Του Γιώργου Δαλιάνη, με τη συνεργασία της Μαρίας Πουρνιά*

Ένα μόνιμο ζήτημα που απασχολεί τις επιχειρήσεις είναι το ξεκαθάρισμα των αποθηκών τους από ακατάλληλα, ληγμένα, κατεστραμμένα αποθέματα (εμπορεύματα, πρώτες και βοηθητικές ύλες, αναλώσιμα κλπ) αλλά και η καταστροφή των αποσβεσθέντων και μη χρησιμοποιούμενων πάγιων περιουσιακών στοιχείων.

Επειδή η καταστροφή των ανωτέρω επηρεάζει το ετήσιο οικονομικό αποτέλεσμα διότι η προκύπτουσα ζημία αναγνωρίζεται φορολογικά, θα πρέπει να ακολουθηθεί μια συγκεκριμένη διαδικασία.

Με το θέμα αυτό έχουμε ασχοληθεί ξανά στο παρελθόν (https://artion.gr/forologiki-antimetopisi-katastrofis-pagion/) και το παρόν αποτελεί επικαιροποίηση του άρθρου αυτού.

Υπολογισμός εκπιπτόμενης ζημίας από την καταστροφή  και Αποτίμηση Αποθεμάτων Τέλους Χρήσης

Πριν την οριστική καταστροφή των αποθεμάτων, οι εταιρείες δύνανται με βάση το άρθρο 18 του νόμου των ΕΛΠ (Ν.4308/2014)  να απομειώσουν την αξία των αποθεμάτων τους. Τα απαξιωθέντα αυτά εμπορεύματα μπορούν να παραμείνουν στα λογιστικά βιβλία της εταιρείας για μεγάλο χρονικό διάστημα μέχρι την απόφαση για οριστική καταστροφή τους. Οι επιχειρήσεις μετά την αρχική απόκτηση των αποθεμάτων και την καταχώρηση στα λογιστικά βιβλία της οντότητας, αποτιμούν στην κατ’ είδος χαμηλότερη τιμή μεταξύ της αξίας κτήσης και της καθαρής ρευστοποιήσιμης αξίας ή ακόμη και στην αξία του ενός λεπτού (0,01€) (άρθρο 20 παρ. 6 των ΕΛΠ Ν.4308/2014), ώστε να διασφαλίζεται ότι τα αποθέματα παρουσιάζονται πάντοτε σε ποσό που είναι ανακτήσιμο.

Σύμφωνα με την παράγραφο 20.6.2 της Οδηγίας εφαρμογής του ν.4308/2014  «όταν η καθαρή ρευστοποιήσιμη αξία είναι μικρότερη του κόστους κτήσης των αποθεμάτων, η διαφορά (ζημιά) επιβαρύνει το κόστος πωληθέντων στην κατάσταση αποτελεσμάτων. Ωστόσο, όταν η ζημία απομείωσης είναι σημαντική, για την εύλογη παρουσίαση των χρηματοοικονομικών καταστάσεων, η ζημιά αυτή μπορεί να μην επιβαρύνει το κόστος πωλήσεων αλλά να ενσωματώνεται στο κονδύλι «Απομειώσεις περιουσιακών στοιχείων», με κατάλληλη γνωστοποίηση στο προσάρτημα.»

Εκκαθάριση αποθήκης και περιβάλλον

Ένα λεπτό σημείο που χρήζει ιδιαίτερης προσοχής πριν την λήψη της απόφασης  καταστροφής των ακατάλληλων αποθεμάτων είναι οι σχετικές διατάξεις της νομοθεσίας για την προστασία του περιβάλλοντος. Οι επιχειρήσεις πριν προβούν στην καταστροφή θα πρέπει να μελετούν την σχετική νομοθεσία ανάλογα με το είδος των καταστρεφόμενων στοιχείων και να απευθύνονται για την καταστροφή αυτών σε αδειοδοτημένες εταιρίες διαχείρισης αποβλήτων και ανακύκλωσης. Αποθέματα που διέπονται από τις προαναφερόμενες διατάξεις είναι  για παράδειγμα ηλεκτρονικοί υπολογιστές, τηλεοράσεις, μπαταρίες, λάδια-λίπη, φάρμακα και γενικά υλικά που προκαλούν καταστροφή στο περιβάλλον.

Αποδεικτικά στοιχεία για την καταστροφή

Με βάση τα Ελληνικά Λογιστικά Πρότυπα δεν προβλέπεται ειδικό φορολογικό στοιχείο για την απόδειξη της καταστροφής  των αποθεμάτων. Ειδικό στοιχείο δεν προβλεπόταν ούτε από τις διατάξεις του Π.Δ. 186/1992 ούτε μετέπειτα από τον ΚΦΑΣ.  Όπως ορίζεται από τις διατάξεις της παρ.5 του άρθρου 5 των ΕΛΠ, η κάθε συναλλαγή – γεγονός πρέπει να τεκμηριώνεται με τα κατάλληλα δικαιολογητικά

«Κάθε συναλλαγή και γεγονός που αφορά την οντότητα τεκμηριώνεται με κατάλληλα παραστατικά (τεκμήρια). Τα παραστατικά αυτά εκδίδονται είτε από την οντότητα είτε από τους συναλλασσόμενους με αυτήν είτε από τρίτους, σε έντυπη ή σε ηλεκτρονική μορφή, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο νόμο αυτόν. Τα παραστατικά αναφέρουν όλες τις απαραίτητες πληροφορίες για την ασφαλή ταυτοποίηση κάθε μίας συναλλαγής ή γεγονότος, και σε κάθε περίπτωση όσα ορίζει ο παρών νόμος.»

Κατά συνέπεια θα πρέπει μέσω του νόμιμου δικαιολογητικού στοιχείου να ενημερωθούν τα λογιστικά αρχεία της επιχείρησης.

Πρωτόκολλο καταστροφής

Ένα τέτοιο νόμιμο δικαιολογητικό στοιχείο είναι το «Πρωτόκολλο καταστροφής αποθεμάτων» που στο οποίο περιγράφονται αναλυτικά τα καταστρεφόμενα αποθέματα – πάγια, οι ποσότητες αυτών και γίνεται αναφορά στην αιτία της καταστροφής τους. Λόγω ενδεχόμενου ελέγχου, η καταγραφή πρέπει να είναι λεπτομερής ώστε να μην μπορεί να αμφισβητηθεί.

Η Διοίκηση (π.χ. Διοικητικό Συμβούλιο, Διαχειριστής κλπ.) της επιχείρησης αποφασίζει την καταστροφή των αποθεμάτων της, την ώρα και τον τόπο της καταστροφής και ορίζει την σχετική επιτροπή που θα διεκπεραιώσει την διαδικασία.

Το πρωτόκολλο συντάσσεται από την επιτροπή της επιχείρησης που διενεργεί την καταστροφή και έχει συγκροτηθεί για το λόγο αυτό με απόφαση των νομίμων οργάνων της. Συνήθως απαρτίζεται από κάποιο μέλος της Διοίκησης ή εκπρόσωπό του, τον υπεύθυνο Λογιστηρίου και τον Αποθηκάριο.

Με βάση την υπ’ αριθμό 1091898/608/0015/11.10.2007 απάντηση του Υπουργείου Οικονομικών, δεν υφίσταται υποχρέωση από την επιχείρηση να γνωστοποιήσει στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. την καταστροφή των αποθεμάτων τον τόπο και την ώρα που θα ολοκληρωθεί η διαδικασία όπως προέβλεπαν παλιότερες διατάξεις.

Αξίζει να σημειώσουμε εδώ πως νομολογιακά έχει κριθεί ότι το πρωτόκολλο καταστροφής δεν αποτελεί από μόνο του αμάχητο τεκμήριο ως προς την ακρίβεια του περιεχομένου του και για το λόγο αυτό θέτουμε ως παράδειγμα την ΔΕΔ Α 1777/2020, όπου το πρωτόκολλο καταστροφής της επιχείρησης και η όλη διαδικασία καταστροφής των αποθεμάτων δεν έγινε αποδεκτή. Η απορριπτική απόφαση της ΔΕΔ επιβεβαιώνει την θέση μας ότι η κάθε επιχείρηση πρέπει να ακολουθεί προσεκτικά την διαδικασία για την καταστροφή των αποθεμάτων  για να μην αντιμετωπίσει προβλήματα απόρριψης από την αρμόδια φορολογική αρχή.

Παραστατικό Διακίνησης (Δελτίο Αποστολής)

Για τη μεταφορά των καταστραφέντων αποθεμάτων η επιχείρηση δεν υποχρεούται στην έκδοση  Δελτίου Αποστολής, σύμφωνα με την ΠΟΛ.1003/2014 άρθρο 5 παρ. 8.4  στο οποίο ρητά  αναφέρονται οι κάτωθι περιπτώσεις όπου δεν απαιτείται η έκδοση Παραστατικού Διακίνησης (Δελτίου Αποστολής):

θ) διακίνηση κατεστραμμένων αποθεμάτων με σκοπό την απόρριψη αυτών,

ι) διακίνηση αγαθών που δεν έχουν καμία εμπορευματική αξία για τον αποστολέα, για τον παραλήπτη ή για κάποιον τρίτο, διαζευκτικά ή αθροιστικά και η διάθεσή αυτών αυτούσιων ή μη, δεν επιφέρει κανένα έσοδο. Δεν εκδίδεται δηλαδή, το εν λόγω στοιχείο για τη διακίνηση άχρηστων ή ακατάλληλων εμπορευμάτων, προϊόντων ή υπολειμμάτων (π.χ. περισυλλογή και διακίνηση προς καταστροφή ή ανακύκλωση, ληγμένων φαρμακευτικών προϊόντων, υπό την προϋπόθεση ότι δεν ενσωματώνουν καμία εμπορευματική αξία), σε χώρους απόρριψης (π.χ. χωματερές, κ.λπ.),

Παρ’ ότι υπάρχει ρητή εξαίρεση στην έκδοση Δελτίου Αποστολής σύμφωνα με τα παραπάνω, η έκδοση του Δ.Α αποτελεί κατά την άποψη μας επιπλέον νόμιμο δικαιολογητικό στοιχείο απόδειξης του γεγονότος της μεταφοράς των αποθεμάτων στον χώρο καταστροφής τους.

Σε περίπτωση που τα κατεστραμμένα είδη της αποθήκης πωλήθηκαν σε κάποια εταιρεία ανακύκλωσης, το τιμολόγιο πώλησης μπορεί να αντικαταστήσει το παραστατικό διακίνησης.

Ο έλεγχος στην προσπάθειά του να εξακριβώσει το γεγονός της καταστροφής των αποθεμάτων μπορεί να ζητήσει οποιοδήποτε επιπλέον στοιχείο. Νόμιμο δικαιολογητικό στοιχείο κατά τη γνώμη μας αποτελεί η βεβαίωση καταστροφής των ακατάλληλων αποθεμάτων που εκδίδεται από την εταιρία διαχείρισης αποβλήτων και ανακυκλώσιμων υλικών. Οι επιχειρήσεις θα πρέπει να απευθύνονται στις εν λόγω εταιρίες για την καταστροφή των ανακυκλώσιμων υλικών και αποβλήτων διότι ο φορολογικός έλεγχος μπορεί να απορρίψει το γεγονός σε περίπτωση που δεν παρέχεται η σχετική βεβαίωση καταστροφής τους. Αντίστοιχες υπηρεσίες παραλαβής απόβλητων ή ανακυκλώσιμων υλικών διαθέτουν και οι Δημοτικές Αρχές, σε κάθε περίπτωση λαμβάνουμε βεβαίωση για την καταστροφή τους.

Σε περίπτωση που επιχείρηση που απασχολείται με την εμπορία ή επεξεργασία εμπορευμάτων που αποτελούνται από μέταλλα αξίας, όπως ο χρυσός-ο άργυρος-το αλουμίνιο κ.α., δεν είναι αποδεκτό να ισχυριστούν καταστροφή των αποθεμάτων τους για ευνόητους λόγους.

 ΦΠΑ και Φορολογική Αναγνώριση της Καταστροφή Αποθεμάτων

Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 33, παρ. 1β, Ν.2859/2000 δεν ενεργείται διακανονισμός έκπτωσης του φόρου στις περιπτώσεις καταστροφής, απώλειας ή κλοπής που αποδεικνύονται ή δικαιολογούνται σχετ. ΠΟΛ.1221/2000. Συνεπώς, ο Φ.Π.Α. που εξέπεσε κατά την αγορά των εμπορευμάτων, πρώτων υλών, κ.λ.π. δεν επιστρέφεται στο Δημόσιο στην περίπτωση που στη συνέχεια τα εμπορεύματα ή οι πρώτες ύλες ή τα παραχθέντα από αυτές προϊόντα καταστρέφονται, εφόσον η ζημία αυτή αποδεικνύεται με τα νόμιμα δικαιολογητικά.

Η ζημία από την καταστροφή αποθεμάτων αναγνωρίζεται προς έκπτωση από τα ακαθάριστα έσοδα της επιχειρήσεως, εφόσον η ζημία είναι βεβαιωμένη, πραγματοποιείται προς το συμφέρον της επιχείρησης, εγγράφεται στα βιβλία και αποδεικνύεται με τα νόμιμα δικαιολογητικά.

Ζήτημα επιστροφής ΦΠΑ ή μέρους αυτού γεννάται εφόσον η Διοίκηση προχωρήσει σε καταστροφή παγίων νωρίτερα της πενταετίας από την απόκτησή τους.

Λογιστική εγγραφή καταστροφής αποθεμάτων

Λογιστική Εγγραφή Καταστροφής Αποθεμάτων με βάση το λογιστικό σχέδιο των Ε.Λ.Π.
Κωδ. Λογ. Σχεδίου Περιγραφή Λογ/σμού Χρέωση Πίστωση
67.02 Ζημίες άλλων καταστροφών 10.000,00
20.07 Ζημίες από καταστροφή εμπ.
10.000,00
Λογιστική Εγγραφή Καταστροφής Αποθεμάτων με βάση το Ελληνικό Γενικό λογιστικό σχέδιο
81.02.10 Ζημίες από καταστρ.ακατάλ.αποθεμ. 10.000,00
78.11 Αξία καταστ. ακαταλ. αποθεμ.
10.000,00

Παραπάνω δίνεται  η αποτύπωση των λογιστικών εγγραφών στα λογιστικά αρχεία  και σε ΕΛΠ και σε ΕΓΛΣ. Υπάρχει επίσης η άποψη ότι δεν απαιτείται καταχώρηση της αξίας του κόστους των αποθεμάτων διότι θα αποτυπωθεί στα αποτελέσματα μέσω της απογραφής λήξης.   Η ορθή όμως λογιστική αποτύπωση είναι να αποτυπωθεί το κόστος ως έκτακτη ζημία και να μην επηρεάσει το μικτό αποτέλεσμα της επιχείρησης.

Συμπέρασμα

Τα προαναφερόμενα νόμιμα δικαιολογητικά αποτελούν την απόδειξη από την επιχείρηση στον φορολογικό έλεγχο, για την αναγνώριση της ζημίας και τη μη επιστροφή του ΦΠΑ από την καταστροφή των αποθεμάτων.

Επίσης, δεν διενεργείται διακανονισμός σε περιπτώσεις αποδεδειγμένης καταστροφής, απώλειας ή κλοπής,  όπως προβλέπεται από την ΠΟΛ.1221/2000.

Τα ελλείμματα που κρίνονται μη δικαιολογημένα και για τα οποία δεν υπάρχουν στοιχεία που να τα αποδεικνύουν, μπορούν να θεωρηθούν αποκρυβείσες πωλήσεις και να επιβληθεί ΦΠΑ.

Θέλουμε να επισημάνουμε ότι οι διατάξεις δεν ορίζουν την επιβολή ΦΠΑ, στην καταστροφή εμπορευμάτων αλλά στις αναιτιολόγητες αγορές.

Οι επιχειρήσεις θα πρέπει να τηρούν την προαναφερόμενη διαδικασία για να μην βρεθούν αντιμέτωπες με απρόσμενες φορολογικές επιβαρύνσεις.

Η καταχώρηση στο Βιβλίο Εσόδων Εξόδων της αξίας της καταστροφής των αποθεμάτων ως ζημία δεν είναι απαραίτητη με βάση την ΣΛΟΤ 460/2017.

 

Δείτε το άρθρο και στo Capital.gr

* O κ. Γιώργος Δαλιάνης είναι Πρόεδρος & Διευθύνων Σύμβουλος της Artion Α.Ε. & ιδρυτής του Ομίλου Artion, Οικονομολόγος – Φοροτεχνικός.

H κα Μαρία Πουρνιά είναι Partner και Διευθύντρια του τμήματος Φορολογίας Φυσικών Προσώπων της Artion Α.Ε.

Δευτέρα 13 Δεκεμβρίου 2021

Χρόνος έκδοσης Τιμολογίου | Διευκρινίσεις.

 

Χρήσιμο Υλικό

ΣΛΟΤ 3118/2021

ΣΛΟΤ 3201/2021

ΣΛΟΤ 401/2019

ΣΛΟΤ 614/2018

ΔΕΑΦ Β 1021836 ΕΞ 2017

ΠΟΛ.1261/3-12-2015

ΠΟΛ 1003/2014

Αρθ 11, Ν 4308/2014

 

Πότε υπάρχει Υποχρέωση για την έκδοση Τιμολογίου;

Η υποχρέωση έκδοσης τιμολογίου γεννάται κατά το χρόνο που πραγματοποιείται η αποστολή ή παράδοση των αγαθών ή των υπηρεσιών.

Ο χρόνος έκδοσης τιμολογίου ανα περίπτωση:

α) Σε περίπτωση πώλησης αγαθών ή παροχής υπηρεσιών, τιμολόγιο εκδίδεται το αργότερο μέχρι τη 15η ημέρα του επόμενου μήνα της παράδοσης ή αποστολής αγαθών ή της ολοκλήρωσης της υπηρεσίας, κατά περίπτωση.

β) Σε περίπτωση συνεχιζόμενης παροχής αγαθών, υπηρεσίας ή κατασκευής έργου, το τιμολόγιο εκδίδεται μέχρι τη 15η ημέρα του επόμενου μήνα από την περίοδο στην οποία μέρος της σχετικής αμοιβής καθίσταται απαιτητό για τα αγαθά ή τις υπηρεσίες που έχουν παρασχεθεί ή το μέρος του έργου που έχει ολοκληρωθεί.

γ) Σε περίπτωση απόκτησης δικαιώματος λήψης υπηρεσίας, με την απόκτηση του δικαιώματος αυτού.

δ) Στην περίπτωση έκδοσης συγκεντρωτικού τιμολογίου της παρ. 3 του άρθρου 10, το συγκεντρωτικό τιμολόγιο εκδίδεται το αργότερο μέχρι τη 15η του επόμενου μήνα από το μήνα εντός του οποίου πραγματοποιήθηκε το πρώτο γεγονός πώλησης αγαθών ή παροχής υπηρεσιών που συμπεριλαμβάνεται στο συγκεντρωτικό τιμολόγιο.

ε) Ειδικά, όταν ο αγοραστής των αγαθών ή υπηρεσιών είναι το Δημόσιο ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, το τιμολόγιο δύναται να εκδίδεται μέχρι το τέλος της ετήσιας περιόδου μέσα στην οποία έγινε η παράδοση ή η αποστολή των αγαθών ή η παροχή των υπηρεσιών ή η πιστοποίηση δημόσιων έργων ή η οριστικοποίηση της συναλλαγής από τον αγοραστή, κατά περίπτωση.

Ο χρόνος έκδοσης του τιμολογίου από το νόμο δεν είναι δυνατόν να παραταθεί από συμφωνία, έγγραφη ή προφορική, των εμπλεκόμενων μερών.

Συγκεκριμένα :

1) Ο χρόνος που υποχρεούμαστε να εκδώσουμε το τιμολόγιο μπορεί και να διαφέρει απο την προθεσμία της έκδοσης.

Όπως, αναφέρεται στην ΠΟΛ 1003/2014 παράγραφος 1 "Σημειώνεται ότι ο χρόνος γένεσης της υποχρέωσης έκδοσης τιμολογίου διαφοροποιείται από την προθεσμία έκδοσης του εν λόγω τιμολογίου, η οποία καθορίζεται στην παράγραφο 2, αναλυτικά για κάθε περίπτωση πώλησης"

2) Είναι πολύ σημαντικό να θυμόμαστε οτι : Ο χρόνος έκδοσης του Τιμολογίου (και μονο...) Αποσυνδέεται από την εφαρμογή της Αρχής του Δεδουλευμένου. Δηλαδή, η αναγνώριση των εσόδων είναι θέμα πραγματικό. Ανεξαρτήτως απο τον τρόπο τήρησης των βιβλίων (απλογραφικό ή διπλογραφικό λογιστικό σύστημα) η αναγνώριση των εσόδων εξετάζεται με βάση τα γεγονότα και τα δεδομένα που έχουμε στη διάθεση μας.

Τα δεδομένα για την αναγνώριση των εσόδων στο πραγματικό τους χρόνο και την καταχώρηση του εκάστου εσόδου στα λογιστικά βιβλία αναφέρονται στο άρθρο 25 Ν4308/2014:

Τα έσοδα από πώληση αγαθών αναγνωρίζονται όταν πληρούνται όλα τα παρακάτω:

α) Μεταβιβάζονται στον αγοραστή οι ουσιαστικοί κίνδυνοι και τα οφέλη που συνδέονται με την κυριότητά τους.

β) Τα αγαθά γίνονται αποδεκτά από τον αγοραστή.

γ) Τα οικονομικά οφέλη από τη συναλλαγή μπορούν να επιμετρηθούν αξιόπιστα και θεωρείται σφόδρα πιθανή η εισροή τους στην οντότητα.

3) Το τιμολόγιο θα φέρει την ημερομηνία στην οποία εκδόθηκε (Οδηγία 2006/112/ΕΕ)

Η γενική αρχή είναι ότι τιμολόγιο εκδίδεται το αργότερο μέχρι τη 15η ημέρα του επόμενου μήνα της παράδοσης ή αποστολής αγαθών ή της παροχής της υπηρεσίας, κατά περίπτωση

Παράδειγμα: για μια πώληση/παράδοση αγαθών στις 4 Νοεμβρίου 2021 και μία παροχή υπηρεσίας στις 28 Νοεμβρίου 2021 τα αντίστοιχα τιμολόγια πρέπει να εκδοθούν μέχρι και την 15 Δεκεμβρίου 2021, φέροντας την ημερομηνία έκδοσής τους (π.χ. 12 Δεκεμβρίου ή 15 Δεκεμβρίου 2021).

Ομοίως, για παροχή υπηρεσίας στις 3 Δεκεμβρίου 2021 και μια πώληση/παράδοση αγαθών στις 23 Δεκεμβρίου 2021 τα αντίστοιχα τιμολόγια πρέπει να εκδοθούν μέχρι και την 15 Ιανουαρίου 2022, φέροντας την ημερομηνία έκδοσής τους (π.χ. 5 Ιανουαρίου ή 15 Ιανουαρίου 2022).

Αρχή του δεδουλευμένου: Το έσοδο της παροχής υπηρεσίας και της πώλησης/παράδοσης αγαθών του Δεκεμβρίου θα αναγνωριστεί υποχρεωτικά στην περίοδο 2021 (Δεκέμβριος), έστω και εάν το τιμολόγιο εκδοθεί τον Ιανουάριο του 2022 (αποσύνδεση τιμολόγησης από την αναγνώριση του εσόδου)

4) Σε συνεχιζόμενη υπηρεσία (π.χ. διδασκαλία συγκεκριμένων μαθημάτων, παροχή υπηρεσιών τήρησης λογιστικών αρχείων από το φοροτέχνη-λογιστή, κλπ.) το κρίσιμο στοιχείο είναι το εάν ο πωλητής, βάσει σύμβασης ή της συνήθους επιχειρηματικής πρακτικής δύναται να απαιτήσει / διεκδικήσει πληρωμή για το μέρος των αγαθών ή υπηρεσιών που έχει προσφέρει ή το έργο που έχει παράξει. Διευκρινίζεται ότι ο χρόνος έκδοσης τιμολογίου για συνεχιζόμενη παροχή αγαθών ή υπηρεσιών ή κατασκευής έργου δεν διαφοροποιείται από το γεγονός ότι η έναρξη της παροχής ή κατασκευής μπορεί να ξεκίνησε πριν το τέλος της ετήσιας (διαχειριστικής) περιόδου και συνεχίσθηκε στην επόμενη.

Επιχείρηση επαγγελματικής εκπαίδευσης συμφώνησε με άλλη οντότητα να αναλάβει την εκπαίδευση προσωπικού για το διάστημα 1η Σεπτεμβρίου 2021 έως 30η Ιουνίου 2022 με αμοιβή 10.000 ευρώ. Εάν έχει συμφωνηθεί η πληρωμή να γίνει με την ολοκλήρωση της παροχής της υπηρεσίας (30η Ιουνίου), το τιμολόγιο πρέπει να εκδοθεί μέχρι 15 Ιουλίου 2022. Στην περίπτωση αυτή, ωστόσο, με βάση την αρχή του δουλευμένου η επιχείρηση επαγγελματικής εκπαίδευσης οφείλει να αναγνωρίσει την αναλογία του εσόδου που αφορά το 2021, ανεξάρτητα από την μη υποχρέωση έκδοσης τιμολογίου. Το ίδιο ισχύει και για το αντισυμβαλλόμενο μέρος που οφείλει να αναγνωρίσει την αναλογία του εξόδου του 2021.

Εάν όμως έχει συμφωνηθεί και καθίσταται απαιτητό μέρος της αμοιβής, π.χ. 2.000 ευρώ κάθε δίμηνο, το σχετικό τιμολόγιο για το πρώτο δίμηνο (Σεπτέμβριος - Οκτώβριος 2021) θα εκδοθεί μέχρι 15 Νοεμβρίου 20Χ21με ποσό 2.000 ευρώ. Σε κάθε περίπτωση, όταν ολοκληρωθεί η συνεχιζόμενη παροχή υπηρεσίας ή το έργο, το τιμολόγιο πρέπει να εκδίδεται κατ΄ ανώτατο στο χρόνο της περίπτωσης (α) της παραγράφου 2 του άρθρου 11, δηλαδή μέχρι την 15 η ημέρα του επόμενου μήνα από το μήνα που ολοκληρώθηκε η παροχή της υπηρεσίας.

Το ίδιο ισχύει για κάθε οντότητα ανεξάρτητα από το είδος της υπηρεσίας που προσφέρει μια οντότητα (π.χ. υπηρεσίες λογιστικού-φοροτεχνικού γραφείου, δικηγορικές υπηρεσίες, ιατρικές υπηρεσίες, υπηρεσίες συντήρησης, κλπ.).

Στην περίπτωση που λαμβάνεται προκαταβολή για μη προσφερθέν έργο, δε γεννάται υποχρέωση έκδοσης τιμολογίου. Για τεκμηρίωση της είσπραξης εκδίδεται απλή «Απόδειξη είσπραξης» και στη συνέχεια εκδίδεται το τιμολόγιο, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα

5) Προθεσμία έκδοσης συγκεντρωτικού τιμολογίου: Σύμφωνα με τη διατύπωση της διάταξης, εάν οι διαφορετικές (επαναλαμβανόμενες) παραδόσεις (πωλήσεις) αγαθών ή υπηρεσιών λαμβάνουν χώρα εντός δύο διαφορετικών ημερολογιακών μηνών, οι παραδόσεις κάθε μήνα υπόκεινται σε ξεχωριστή τιμολόγηση, εντός του επόμενου μήνα από το μήνα που έγιναν οι παραδόσεις ή η παροχή υπηρεσίας. Για παράδειγμα, εάν οι διαφορετικές (επαναλαμβανόμενες) παραδόσεις αγαθών έλαβαν χώρα το διάστημα 13 Σεπτεμβρίου έως 11 Οκτωβρίου 2021, οι παραδόσεις του Σεπτεμβρίου θα τιμολογηθούν μέχρι 15 Οκτωβρίου και οι παραδόσεις Οκτωβρίου μέχρι 15 Νοεμβρίου.

Πηγή:  e-forologia.gr

Σάββατο 13 Νοεμβρίου 2021

Οι μόνιμες και οι προσωρινές διαφορές λογιστικής και φορολογικής βάσης, με πολύ απλά λόγια!

 

Δουκέρης Αναστάσιος
Λογιστής-Φοροτεχνικός Α' τάξης.
Αρθρογράφος-Σύμβουλος επιχειρήσεων-Ιδιωτών.

Νούσης Γιώργος
Λογιστής-Φοροτεχνικός. Σύμβουλος Επιχειρήσεων
BNP Tax Advisory Services Certified Tax Acc. O.E.E. Grade A'

Η έλευση των ΕΛΠ στα λογιστικά μας δρώμενα, επέφερε σημαντικές αλλαγές, τόσο στη λειτουργία των λογιστηρίων, όσο και στις μέχρι τότε καθημερινές μας συνήθειες στον εργασιακό μας χώρο.

Νέοι ορισμοί, νέα δεδομένα στη νομολογία και τις φορολογικές προεκτάσεις, ήρθαν να αναδείξουν αφενός λογιστικές έννοιες που οι μικρές επιχειρήσεις δεν χρησιμοποιούσαν και αφετέρου να φέρουν την απλότητα της Λογιστικής Επιστήμης στο προσκήνιο, σε σχέση με το προϋπάρχον πιο τυπολατρικό καθεστώς.

Αν και το πνεύμα του νομοθέτη σε γενικές γραμμές, ήταν να φέρει έναν αέρα ανανέωσης στο λογιστικό πλαίσιο λειτουργίας της αγοράς, δεν έλειψαν και οι υπερβολές, κατά την άποψη πολλών συναδέλφων, που οφείλουμε πάντα να αναφέρουμε.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα ενός σύνθετου πλαισίου λογιστικής παρακολούθησης, ιδίως για τα απλογραφικά βιβλία, που αποτελούν και τον κύριο όγκο από την σκοπιά των ελληνικών μικρομεσαίων επιχειρήσεων, είναι η παρακολούθηση τόσο της λογιστικής, όσο και της φορολογικής βάσης των εσόδων και εξόδων.

Για το συγκεκριμένο, ζωτικής σημασίας ζήτημα, υπάρχει πλούσιο υλικό, τόσο σε επίπεδο νομολογίας, όσο και αρθρογραφίας. Από την πλευρά μας, όπως κάνουμε πάντα, θα προσπαθήσουμε με απλό τρόπο, να το αναδείξουμε, ώστε να γίνει και αντιληπτό σαν τεχνική και τρόπος σκέψης και παρουσίασης, ως προς την ορθή απεικόνιση των λογιστικών και φορολογικών μας βιβλίων και εντύπων.

Κατ’ αρχάς θα πρέπει να καταστήσουμε σαφές ότι οι οντότητες, οφείλουν να παρακολουθούν τόσο τη λογιστική, όσο και τη φορολογική βάση των εσόδων και εξόδων τους, εφόσον αυτές διαφέρουν, με οποιοδήποτε πρόσφορο και ασφαλή τρόπο, ώστε να μπορούν να εξαχθούν οι απαραίτητες πληροφορίες για την σύνταξη των χρηματοοικονομικών καταστάσεων, τη σύνταξη φορολογικών δηλώσεων και την διασφάλιση της δυνατότητας διενέργειας ελέγχων.

Τι σημαίνει όμως με απλά λόγια παρακολούθηση της λογιστικής και φορολογικής βάσης;

Πρακτικά λοιπόν, αν ανατρέξουμε στη νομολογία και τους ορισμούς των λογιστικών εννοιών, διαπιστώνουμε πως:

Λογιστική βάση είναι η απεικόνιση των εσόδων και εξόδων από την σκοπιά της λογιστικής επιστήμης και συγκεκριμένα, υπό το πρίσμα του νόμου 4308/2014.
Φορολογική βάση είναι αντίστοιχα η απεικόνιση των εσόδων και εξόδων, υπό την οπτική της φορολογικής διοίκησης και συγκεκριμένα του ν.4172/2013.

Γιατί όμως να διαφέρουν η λογιστική και φορολογική βάση;

Η αλήθεια είναι ότι στις πολύ μικρές οντότητες των ΕΛΠ, οι 2 βάσεις συνήθως ταυτίζονται, εκτός ελάχιστων εξαιρέσεων.

Όσο μεγαλύτερο μέγεθος έχει η οντότητα, τόσο συχνότερο είναι το φαινόμενο να διαφέρουν η λογιστική και φορολογική βάση, κάνοντας και πιο σύνθετη την ορθή λογιστική παρακολούθηση από την πλευρά των συναδέλφων.
Στο σημείο αυτό, οφείλουμε να υπενθυμίσουμε ότι οι διαφορές της λογιστικής και φορολογικής βάσης, διακρίνονται σε μόνιμες και προσωρινές.

Με βάση την Λογιστική Οδηγία και το παράρτημα του Ν.4308/2014 και με απλά λόγια:
Προσωρινές είναι οι διαφορές που δύνανται να αναστραφούν στο μέλλον, επηρεάζοντας τα φορολογικά της αποτελέσματα.

Μόνιμες ή αλλιώς οριστικές είναι οι διαφορές που στην κλειόμενη χρήση επηρεάζουν τα φορολογικά αποτελέσματα και συνεπώς δεν μπορούν να αναστραφούν στο μέλλον.
Τεχνικά μιλώντας, οι προσωρινές διαφορές απεικονίζονται μέσω του πίνακα Ε του Ε3, ενώ οι οριστικές μέσω του εντύπου φορολογικής αναμόρφωσης δαπανών.

Θα κλείσουμε το άρθρο μας με 2 απλά παραδείγματα που απεικονίζουν τις προσωρινές και μόνιμες διαφορές της λογιστικής και φορολογικής βάσης και στο μέλλον θα επανέλθουμε με πιο εξειδικευμένα άρθρα, αναλύοντας μεμονωμένες περιπτώσεις για αυτό το πολύ σημαντικό ζήτημα.


Α) Παράδειγμα προσωρινών διαφορών λογιστικής και φορολογικής βάσης:

Η οντότητα Α, ατομική επιχείρηση με απλογραφικά βιβλία, έχει καταχωρίσει στα λογιστικά της βιβλία, με βάση τις αρχές του δεδουλευμένου και της αυτοτέλειας των χρήσεων σαν δαπάνη τις ατομικές της ασφαλιστικές εισφορές στον ΕΦΚΑ, για τη χρήση του 2020, με βάση τα εκδοθέντα ειδοποιητήρια. Η λογιστική βάση λοιπόν του εξόδου χρήσης των εισφορών θα είναι 12*220= 2640 ευρώ.

Πέραν της λογιστικής διάστασης του εξόδου αυτού, υπάρχει και η φορολογική του διάσταση, με βάση τον Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος, Ν.4172/2013 και τις αντίστοιχες εγκυκλίους του επί του θέματος. Με βάση λοιπόν τον φορολογικό νομοθέτη, οι ασφαλιστικές εισφορές των μη μισθωτών, εκπίπτουν φορολογικά στο έτος καταβολής τους, χωρίς να εξετάζεται αν η πληρωμή τους είναι εμπρόθεσμη ή εκπρόθεσμη, με βάση τις προθεσμίες της ασφαλιστικής νομοθεσίας.
Στο παράδειγμα μας, η ατομική επιχείρηση κατέβαλλε για τις εισφορές της 2.000 ευρώ, μέσα στο φορολογικό έτος 2020, οι οποίες θα αναγνωριστούν και σαν φορολογικό έξοδο της χρήσης αυτής. Υφίσταται λοιπόν μια προσωρινή διαφορά, που μπορεί να αναστραφεί στο μέλλον, επηρεάζοντας το φορολογικό αποτέλεσμα μιας επόμενης χρήσης, κατά την οποία θα καταβληθούν οι εισφορές (2640-2000=640 ευρώ), που δεν καταβλήθηκαν το έτος 2020.

Η διαφορά αυτή θα απεικονιστεί στο Ε3 του φορολογικού 2020, στον πίνακα Ε, επηρεάζοντας το αντίστοιχο φορολογικό αποτέλεσμα και στην ουσία αναγνωρίζοντας ως πραγματικό έξοδο φορολογικά το ποσό των 2.000 ευρώ και όχι των 2.640 ευρώ.
Β) Παράδειγμα μόνιμων διαφορών λογιστικής και φορολογικής βάσης:

Η οντότητα Α, κατέβαλλε κατά το φορολογικό έτος 2020, ποσό ύψους 5.000 ευρώ, για προσωπικές καταναλωτικές δαπάνες του επιχειρηματία, με αντίστοιχα παραστατικά(τιμολόγια).

Οι δαπάνες αυτές καταχωρήθηκαν στα βιβλία σαν λογιστικό έξοδο χρήσης. Παράλληλα όμως ο φορολογικός νομοθέτης, δεν αναγνωρίζει τις δαπάνες αυτές, ώστε να διαμορφώσουν το φορολογικό αποτέλεσμα (άρθρα 22, 23 Ν.4172/2013). Η τεχνική τακτοποίηση, ουσιαστικά αφαίρεσης τους από το φορολογικό αποτέλεσμα θα πραγματοποιηθεί μέσω του εντύπου της φορολογικής αναμόρφωσης του Ε3(δαπάνες μη εκπιπτόμενες).
 
Με αυτό τον τρόπο η μη αναγνώριση τους, τακτοποιείται στην κλειόμενη χρήση και η χρονική τους διευθέτηση στον παρόντα χρόνο, μη δίνοντας δυνατότητα αναστροφής του φορολογικού αποτελέσματος στο μέλλον.

Καλή δύναμη σε όλους τους συναδέλφους!


Σάββατο 25 Σεπτεμβρίου 2021

Οδηγός για την εκτύπωση του εκκαθαριστικού ΕΝΦΙΑ 2021 | Μέσα από το myAADE οι δόσεις πληρωμής

 

 Μέσω της νέας ψηφιακής πύλης myAADE θα έχουν τη δυνατότητα οι φορολογούμενοι να δουν τις δόσεις του ΕΝΦΙΑ, μετά την ανάρτηση των εκκαθαριστικών που πραγματοποιήθηκε στις 22 Σεπτεμβίου σύμφωνα και με τον προγραμματισμό του Υπουργείου Οικονομικών.

Το ποσό του ΕΝΦΙΑ είναι κατανεμημένο σε πέντε μηνιαίες δόσεις με την πρώτη και τη δεύτερη έως τις 29 Οκτωβρίου 2021 και την τελευταία έως το τέλος Ιανουαρίου 2022.

Αναλυτικά οι ημερομηνίες:

Οι δόσεις μέσω της ψηφιακής πύλης myAADE

Μπαίνοντας στη σελίδα myAADE και επιλέγοντας "Οφειλές, Πληρωμές & Επιστροφές" σας ζητούνται οι κωδικοί taxisnet για την είσοδό σας.

Συμπληρώνοντας τους κωδικούς μπαίνετε στις "Οφειλές εκτός ρύθμισης και πληρωμή"


Εδώ έχετε την πλήρη εικόνα των οφειλών σας, ανάλυση των δόσεων του ΕΝΦΙΑ, καθώς και τη δυνατότητα πληρωμής, τα στοιχεία δηλαδή που ήταν διαθέσιμα μέσα από την προσωποποιημένη πληροφόρηση της παλαιότερης πλατφόρμας της ΑΑΔΕ.


Εκτύπωση εκκαθαριστικού ΕΝΦΙΑ 2021

Η εκτύπωση των εκκαθαριστικών γίνεται όπως κάθε χρόνο μέσα από την εφαρμογή Δήλωση Ε9 / ΕΝΦΙΑ

Επιλέγοντας ΕΙΣΟΔΟΣ ΣΤΗΝ ΕΦΑΡΜΟΓΗ, ζητείται η συμπλήρωση των προσωπικών κωδικών - Username και Password. Πατώντας στη συνέχεια Είσοδος ολοκληρώνεται η είσοδος στην εφαρμογή.

Επιλέγοντας το Έτος 2021 εμφανίζεται στο πεδίο των εκτυπώσεων η επιλογή εκτύπωσης του εκκαθαριστικού του ΕΝΦΙΑ για το 2021.

Επιλέγοντας «Εκτύπωση εκκαθαριστικού τελευταίας εκκαθάρισης για το έτος 2021» προβάλλεται το εκκαθαριστικό του 2021.

Δευτέρα 20 Σεπτεμβρίου 2021

Απογραφή αποθεμάτων και τεχνικές ελέγχου

 Του Γιώργου Δαλιάνη,

με τη συνεργασία του Γιάννη Αρτσίτα και της Νίκης Χατζοπούλου 

Συγκεκριμένες κατηγορίες επιχειρήσεων καθώς και εκείνες, των οποίων ο τζίρος δεν ξεπερνάει τις 150.000 ευρώ και τα έσοδά τους προέρχονται από την πώληση αγαθών, εξαιρούνται της υποχρέωσης απογραφής αποθεμάτων. Πιο συγκεκριμένα η απαλλαγή από τη συγκεκριμένη υποχρέωση εκτός από τις εταιρείες με τον τζίρο αυτό, αφορά πολύ μικρές επιχειρηματικές οντότητες, με βάση τα ισχύοντα στην παράγραφο 2(γ) του άρθρου 1 στο νόμο 4308 του 2014.

Στην κατηγορία των απαλλασσόμενων επιχειρήσεων, από την τήρηση αρχείου αποθεμάτων και τη διενέργεια απογραφής με βάση το νόμο 4308 του 2014, άρθρο1 παρ. 2(γ) εντάσσονται ενδεικτικά οι εξής επιχειρηματικές οντότητες (ΠΟΛ 1019/2015): 

- Πωλήσεις οπωρολαχανικών, νωπών αλιευμάτων και λοιπών αγροτικών προϊόντων απόκλειστικά σε κινητές λαϊκές αγορές ή πλανοδίως.
-Περίπτερα
-Φαρμακεία
-Κρεοπωλεία με αντικείμενο τη λιανική πώληση εμπορευμάτων
-Παντοπωλεία, μίνι μάρκετ, σούπερ μάρκετ με αντικείμενο τη λιανική πώληση τροφίμων

Θα πρέπει να διευκρινίσουμε ότι οι πολύ μικρές επιχειρηματικές οντότητες που εμπίπτουν στις διατάξεις του νόμου 4308/2014 άρθρο 1, παράγραφος 2 (γ), εφόσον επιλέξουν να προχωρήσουν στη διενέργεια απογραφής για το κόστος πωληθέντων μιας περιόδου, εφόσον δεν διενεργούσαν κατά το παρελθόν, θα πρέπει να προχωρήσουν σε απογραφή για τα επόμενα τρία χρόνια.

Επιπλέον, οι ίδιες επιχειρήσεις εφόσον επιλέξουν να σταματήσουν τη διενέργεια φυσικής απογραφής, ενώ διενεργούσαν, τότε το απόθεμα τέλους στην τελευταία περίοδο δεν συνυπολογίζεται στα αποτελέσματα της πρώτης περιόδου, για την οποία δεν πραγματοποιείται απογραφή.

Συν τοις άλλοις, όταν οι μικρές αυτές οντότητες, καθώς και οι μεγαλύτερες που απαλλάσσονται, επιλέγουν να προβούν σε απογραφή, στο τέλος της περιόδου, ενώ δεν διενεργούσαν, για να υπολογίσουν  το κόστος των πωληθέντων της ίδιας περιόδου, το απόθεμα έναρξης θεωρείται μηδενικό. Έτσι, κατά την πρώτη περίοδο που πραγματοποιείται απογραφή, το απόθεμα έναρξης θεωρείται μηδενικό.

Όλα αυτά τα αναφέρουμε, διότι η απογραφή αποθεμάτων είναι ένα από τα βασικά απαιτούμενα στοιχεία για την εφαρμογή των έμμεσων τεχνικών ελέγχου (αρχή των αναλογιών και της σχέση τιμής πώλησης προς το συνολικό όγκο του κύκλου εργασιών).

Συγκεκριμένα, πολλοί από τους φορολογικούς ελέγχους που διενεργούνται από τις ελεγκτικές Υπηρεσίες, ΚΕ.ΜΕ.ΕΠ, ΚΕ.ΦΟ.ΜΕ.Π, ΔΟΥ Α’ τάξεως και ΣΔΟΕ γίνονται με τις έμμεσες τεχνικές ελέγχου, ακόμη και σε περιπτώσεις που δεν είναι επαρκώς αιτιολογημένη η χρήση των έμμεσων τεχνικών ελέγχου, με βάση τα κριτήρια που τίθενται από την νομοθεσία.

Η εφαρμογή των εμμέσων τεχνικών ελέγχου είναι εξαιρετικά δύσκολη σε απλογραφικά βιβλία και σε επιχειρήσεις που απαλλάσσονται της σύνταξης απογραφής, ιδιαίτερα δε, σε επιχειρήσεις λιανικής και εμπορίας πολλών ειδών. Μάλιστα, θα λέγαμε ότι σε ορισμένους κλάδους είναι σχεδόν ανέφικτη η εφαρμογή των εμμέσων τεχνικών ελέγχου και ιδιαίτερα της αρχής των αναλογιών, με βάση την οποία, κατόπιν επαλήθευσης του κόστους πωληθέντων, προσδιορίζεται το πραγματικό περιθώριο μικτού κέρδους, ακριβώς επειδή για τον υπολογισμό του κόστους πωληθέντων λαμβάνεται υπόψιν το αρχικό απόθεμα, οι αγορές της χρήσης και το τελικό απόθεμα, που όμως όπως είδαμε στα απλογραφικά βιβλία λόγω απαλλαγής από τη σύνταξη απογραφής, δεν είναι διαθέσιμο το αρχικό και τελικό απόθεμα.

Επισημαίνουμε ότι η ίδια η εγκύκλιος Ε2016/2020 αναφέρει ότι η τεχνική της αρχής των αναλογιών ενδείκνυται για τον προσδιορισμό των εσόδων από επιχειρηματική δραστηριότητα, των εκροών και των φορολογητέων κερδών σε επιχειρήσεις των οποίων το απόθεμα είναι ελεγχόμενο (πχ. τήρηση βιβλίου απογραφών). 

Ωστόσο, πολλές φορές συναντάμε στην πράξη απόπειρες ελεγκτικών οργάνων να εφαρμόσουν τις έμμεσες αυτές τεχνικές ελέγχου χωρίς να υπάρχουν στοιχεία απογραφής λόγω απαλλαγής της επιχείρησης από την υποχρέωση απογραφής αποθήκης (π.χ. φαρμακεία). 

Εξάλλου, η απαλλαγή από τη σύνταξη απογραφής (απόλυτα αιτιολογημένη σε μικρές επιχειρήσεις) καθώς και η έλλειψη  αντικειμενικών κανόνων ελέγχου, έχει δημιουργήσει στρεβλώσεις, μεγέθυνση της φοροδιαφυγής και προστριβές κατά τον έλεγχο. Παρατηρούνται φαινόμενα, όπου το κόστος αγορών είναι μεγαλύτερο από τις πωλήσεις, διότι στο τέλος της χρήσης η επιχείρηση κάνει μαζικές αγορές είτε από εμπορική πολιτική είτε για διαμόρφωση του φορολογητέου εισοδήματος και μάλιστα κινείται εντός των ορίων της νομοθεσίας, χωρίς βέβαια να αποκλείεται και η περί του αντιθέτου κρίση, με βάση τον κανόνα αποφυγής των καταχρήσεων (άρθρο 38 του ν. 4174/2013 περί τεχνητών διευθετήσεων).

Εν κατακλείδι, πιστεύουμε ότι για τις συγκεκριμένες κατηγορίες επιχειρήσεων για τη διενέργεια του ελέγχου με τις έμμεσες τεχνικές θα πρέπει αφενός να είναι πλήρως αιτιολογημένη η επιλογή της μεθόδου που εφαρμόζεται και αφετέρου να γίνει μία εκτίμηση του εφικτού της εφαρμογής αυτής πριν εμπλακεί ο ελεγχόμενος σε μία ατελέσφορη διαδικασία ελέγχου. 

«Εφαρμογή των έμμεσων τεχνικών ελέγχου σε επιχειρήσεις που απαλλάσσονται από σύνταξη απογραφής», σημειώνουμε τα ακόλουθα:
 
Η τεκμαρτή απογραφή δεν εξετάζει το πραγματικό απόθεμα και τα πωληθέντα.
 
Μπορεί οι πωλήσεις που έχουν πραγματοποιηθεί να αφορούν κατηγορίες προϊόντων με μεγαλύτερο ή μικρότερο συντελεστή κέρδους 
 
Π.χ. σε ένα φαρμακείο έχουν πουληθεί φάρμακα αλλά έχει μείνει απούλητη μεγάλη ποσότητα καλλυντικών. Στα μεν φάρμακα το περιθώριο κέρδους είναι χαμηλό στα δε καλλυντικά είναι υψηλό. Εάν κατά την χρονιά αυτή ο φορολογικός έλεγχος επιβάλει τεκμαρτό υπολογισμό φόρου εισοδήματος και αναλογία ΦΠΑ, δεν μπορεί να γνωρίζει κατά τις επόμενες χρονιές πώς θα διαμορφωθεί το αποτέλεσμα, αν π.χ. πουληθούν σε επόμενη χρονιά τα καλλυντικά, για τα οποία υπολόγισε με τεκμαρτό τρόπο φόρο εισοδήματος. Έτσι, θα προκύπτει το παράδοξο να έχει πληρωθεί ο ίδιος φόρος δύο φορές, στην μία χρονιά κατόπιν ελέγχου και στην επόμενη ως πραγματικός φόρος από τα κέρδη των πωλήσεων.
 
Γνωρίζουμε ότι η τακτική των φαρμακείων είναι να παραλαμβάνουν φάρμακα σε σύντομα χρονικά διαστήματα (ακόμη και σε εβδομαδιαία βάση) λόγω της σύντομης ημερομηνίας λήξης τους. Αντίθετα, μπορεί να γίνει προμήθεια άλλων ειδών (πχ καλλυντικά, ανατομικά παπούτσια) τα οποία μπορεί να παραμένουν απούλητα στην αποθήκη και εντέλει να μην πουληθούν ποτέ ή να πουληθούν με μεγάλη έκπτωση.
 
Περαιτέρω, γνωρίζουμε ότι πλέον τα φαρμακεία διατηρούν σε πολλές περιπτώσεις και e-shop όπου λόγω της απελευθέρωσης του ανταγωνισμού οφειλόμενης στην κατάργηση των γεωγραφικών περιορισμών για την αγορά δραστηριοποίησης, το μικτό κέρδος πολλών ειδών έχει μειωθεί σημαντικά.
Επομένως, ο τεκμαρτός υπολογισμός για την απογραφή δεν λαμβάνει υπόψιν αυτές τις διακυμάνσεις στον συντελεστή του μικτού κέρδους, και συνεπώς δεν μπορεί να εφαρμοσθεί με ασφάλεια.
 
Με τη λογική και τον τρόπο που προσπαθούν να γίνουν οι έλεγχοι, γυρίζουμε ξανά σε καταδικασμένες πρακτικές τεκμαρτής φορολόγησης με βάση το άρθρο 32 του νόμου 2238/94. Εάν, όμως, η επιλογή της πολιτείας είναι να γυρίσουμε στο καθεστώς αυτό, τουλάχιστον αυτό να εφαρμοσθεί σωστά και όχι με μη ενδεδειγμένους τρόπους.

 

* Περισσότερη ανάλυση σχετικά με το θέμα θα βρείτε στο βιβλίο των Γιώργου Δαλιάνη και Κώστα Νιφορόπουλου, με τίτλο: "ΟΔΗΓΟΣ ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΩΝ ΕΛΕΓΧΩΝ - "Παραδοσιακές" και "Έμμεσες" Μέθοδοι Ελέγχου - Θεωρία και Πράξη".

** O κ. Γιώργος Δαλιάνης είναι Διευθύνων Σύμβουλος της Artion Α.Ε. & ιδρυτής του Ομίλου Artion, Οικονομολόγος – Φοροτεχνικός.

Ο κ. Γιάννης Αρτσίτας είναι Senior Accountant – Φορολογία Φυσικών Προσώπων της Αrtion.

H κα Νίκη Χατζοπούλου είναι Δικηγόρος LL.M. & Διαμεσολαβήτρια, συνεργάτης της Artion Α.Ε.

Το ανωτέρω κείμενο έχει ενημερωτικό χαρακτήρα και σε καμία περίπτωση δεν υποκαθιστά τις εξειδικευμένες συμβουλευτικές υπηρεσίες.

Για περισσότερες πληροφορίες μπορείτε να απευθυνθείτε στην ARTION Α.Ε. (Πουρνάρα 9 Μαρούσι | +30 210 6009062 |  www.artion.gr)

Παρασκευή 2 Ιουλίου 2021

ΣΛΟΤ 103/2021 Λογιστικός και φορολογικός χειρισμός εσόδου που τιμολογείται την προηγούμενη χρήση από την χρήση που αφορά

Αθήνα, 23/02/2021

Αρ. Πρωτ. 103 ΕΞ.

ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΛΟΓΙΣΤΙΚΗΣ ΤΥΠΟΠΟΙΗΣΗΣ ΚΑΙ ΕΛΕΓΧΩΝ – Ν.Π.Δ.Δ
ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΛΟΓΙΣΤΙΚΗΣ ΤΥΠΟΠΟΙΗΣΗΣ (ΣΛΟΤ)

ΘΕΜΑ : Λογιστικός και φορολογικός χειρισμός εσόδου που τιμολογείται την προηγούμενη χρήση από την χρήση που αφορά


Ερώτηση:

<<Εταιρεία Α>> τιμολογεί στις 31/12/2020 με τιμολόγιο πώλησης, πώληση εμπορευμάτων αξίας 1.000,00 €.
Τα εμπορεύματα αυτά δεν βρίσκονται στην κατοχή της εταιρείας Α παρά μόνο έχει γίνει μια παραγγελία σε προμηθευτή της  η οποία θα εκτελεστεί τον Ιανουάριο του 2021, τον Ιανουάριο του 2021 θα εκδοθεί και το τιμολόγιο από τον προμηθευτή  ώστε να καταχωρηθεί η αγορά από την εταιρεία Α  και να γίνει η αποστολή  των εμπορευμάτων στον πελάτη της στις 30/01/2021

Ο παρακάτω λογιστικός χειρισμός είναι σωστός;

31/12/2020

  Χ Π
70.00.00.0024   1.000,00
54.00.70.0024   240,00
30.00.00.0000 1.240,00  
70.00.00.0024 1.000,00  
56.00.00.0000   1.000,00

30/1/2021

56.00.00.0000 1.000,00  
70.00.00.0024   1.000,00

Το έσοδο σε ποια χρήση θα φορολογηθεί; Θα φορολογηθεί στη χρήση 2021;Εάν φορολογηθεί στην χρήση 2021 δεν υπάρχουν προσωρινές λογιστικές διαφορές;

Απάντηση:

Με την παράγραφο 1 του άρθρου 11 του ν. 4308/2014, εισάγεται η έννοια της γένεσης της υποχρέωσης έκδοσης του τιμολογίου, ως παραστατικού χονδρικής πώλησης αγαθών ή παροχής υπηρεσιών. Συγκεκριμένα, ορίζεται ότι η υποχρέωση έκδοσης τιμολογίου γεννάται κατά τον χρόνο που πραγματοποιείται η αποστολή ή η παράδοση των αγαθών ή η παροχή των υπηρεσιών.

Περαιτέρω, στην παράγραφο 2 του άρθρου 11, της ΠΟΛ.1003/31-12-2014 αναφέρεται ότι:
Με την παράγραφο αυτή καθορίζονται οι προθεσμίες έκδοσης τιμολογίου για πώληση αγαθών ή παροχή υπηρεσιών [περιπτώσεις (α) έως (ε)]. Η γενική αρχή είναι ότι τιμολόγιο εκδίδεται το αργότερο μέχρι τη 15η ημέρα του επόμενου μήνα της παράδοσης ή αποστολής αγαθών ή της παροχής της υπηρεσίας, κατά περίπτωση.

Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 513 του Αστικού Κώδικα: «Με τη σύμβαση της πώλησης ο πωλητής έχει την υποχρέωση να μεταβιβάσει την κυριότητα του πράγματος ή το δικαίωμα, που αποτελούν το αντικείμενο της πώλησης, και να παραδώσει το πράγμα και ο αγοραστής έχει την υποχρέωση να πληρώσει το τίμημα που συμφωνήθηκε».

Για την χρονική καταχώριση του εσόδου στα λογιστικά βιβλία στην παράγραφο 3 του άρθρου 25 του ν.4308/2014 αναφέρεται ότι:
«Τα έσοδα από πώληση αγαθών αναγνωρίζονται όταν πληρούνται όλα τα παρακάτω:
α) Μεταβιβάζονται στον αγοραστή οι ουσιαστικοί κίνδυνοι και τα οφέλη που συνδέονται με την κυριότητά τους.
β) Τα αγαθά γίνονται αποδεκτά από τον αγοραστή.
γ) Τα οικονομικά οφέλη από τη συναλλαγή μπορούν να επιμετρηθούν αξιόπιστα και θεωρείται σφόδρα πιθανή η εισροή τους στην οντότητα
».

Περαιτέρω στην παράγραφο 25.3 της Λογιστικής Οδηγίας της ΕΛΤΕ για την εφαρμογή του ν.4308/2014 διευκρινιστικά αναφέρεται ότι:
25.3.1 «Τα έσοδα από την πώληση αγαθών αναγνωρίζονται, βάσει της αρχής του δεδουλευμένου, στο χρόνο κατά τον οποίο εκπληρούνται οι προϋποθέσεις της παραγράφου 3. Ιδιαίτερα, το έσοδο αναγνωρίζεται εφόσον μπορεί να μετρηθεί αξιόπιστα και κατά τη στιγμή της πώλησης θεωρείται σφόδρα πιθανή η εισροή του σχετικού τιμήματος στην οντότητα».
25.3.2 «Ο όρος «σφόδρα πιθανό» (probable) υποδηλώνει πολύ υψηλή πιθανότητα, σχεδόν.
βεβαιότητα, είσπραξης κατά το χρόνο της πώλησης.

25.3.3 Όταν κατά το χρόνο της αρχικής αναγνώρισης δεν εκπληρούται η προϋπόθεση της σφόδρα πιθανής μελλοντικής είσπραξης, η οντότητα δεν αναγνωρίζει το έσοδο. Πάντως, για διαχειριστικούς ή άλλους λόγους, π.χ. φορολογικούς, η οντότητα μπορεί να υποχρεούται να διενεργεί σχετική καταχώρηση στα λογιστικά αρχεία της, αλλά να μη λαμβάνει υπόψη το σχετικό ποσό για σκοπούς σύνταξης των χρηματοοικονομικών της καταστάσεων..»

Η έκδοση του παραστατικού αξίας για την πώληση (τιμολόγιο), κατά κανόνα, γίνεται κατά την παράδοση των αγαθών ή την έναρξη της αποστολής τους στον πελάτη. Εξαίρεση αποτελεί η περίπτωση όπου γίνεται τιμολόγηση με την αποδοχή του πελάτη ενώ η παράδοση καθυστερεί κατά ρητή απαίτησή του. Ειδικότερα, σε αυτή την περίπτωση θα καταχωρίζεται έσοδο όταν μεταβιβαστεί η κυριότητα του πωλούμενου αγαθού στον πελάτη και εφόσον η πιθανότητα να γίνει η παράδοση είναι υψηλή και το αγαθό είναι διαθέσιμο και έτοιμο για παράδοση στον πελάτη κατά το χρόνο της καταχώρισης του εσόδου.

Οίκοθεν νοείται ότι εάν τα αγαθά δεν είναι διαθέσιμα κατά την ημερομηνία, στην οποία αναφέρεστε στο ερώτημά σας (31 Δεκεμβρίου 2020) δεν δύναται να καταχωριστεί έσοδο. Παράλληλα, δεν θα πρέπει να εκδοθεί τιμολόγιο, διότι θεωρείται ότι δεν έχει λάβει χώρα η οικονομική συναλλαγή, δηλαδή η πώληση των αγαθών.

Για την χρήση του 2020 η εταιρεία θα πρέπει να εξετάσει αν έχει δεσμευτεί στην προθεσμιακή αγορά υλικού από τον προμηθευτή ή/και την προθεσμιακή πώληση στον πελάτη για να καταχωρίσει την πράξη. Αν δεν υπάρχει τέτοια συμφωνία θεωρούμε ότι δεν πρέπει να διενεργήσει καμία λογιστική εγγραφή.

Για τις φορολογικές πτυχές του ερωτήματος αρμόδιο να απαντήσει είναι το Υπουργείο Οικονομικών.
 




Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΟΥ ΣΛΟΤ

ΤΑ ΜΕΛΗ

Τρίτη 25 Μαΐου 2021

Εξόφληση συναλλαγών με ηλεκτρονικά μέσα πληρωμής

 

Τα τελευταία χρόνια, στοχεύοντας στη μείωση της φοροδιαφυγής, όλο και περισσότερες φορολογικές διατάξεις ορίζουν εξόφληση συναλλαγών μέσω ηλεκτρονικών μέσων πληρωμής για την παροχή ελαφρύνσεων (π.χ. αφορολόγητο όριο, έκπτωση δαπανών, κ.λπ.).

1. Συναλλαγές μεταξύ επιτηδευματιών

1.1 Όριο συναλλαγών

Φορολογικά στοιχεία αξίας ή λοιπά έγγραφα που εκδίδονται ή συντάσσονται αντί φορολογικών στοιχείων, συνολικής αξίας άνω των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ, τα οποία εκδίδονται για συναλλαγές μεταξύ επιτηδευματιών εξοφλούνται μέσω επαγγελματικών τραπεζικών λογαριασμών του εκδότη - πωλητή αγαθών ή υπηρεσιών και του λήπτη των αντίστοιχων στοιχείων ή επιταγών που εξοφλούνται μέσω των ίδιων λογαριασμών, οι κινήσεις των οποίων διαβιβάζονται σε ηλεκτρονική βάση δεδομένων της Γενικής Γραμματείας Πληροφοριακών Συστημάτων του Υπουργείου Οικονομικών, χωρίς να ισχύει ως προς τούτο το τραπεζικό απόρρητο.

Οι Τράπεζες δεν επιτρέπεται να χρεώνουν αμοιβές για τη λειτουργία των επαγγελματικών λογαριασμών.

1.2 Επαγγελματικοί λογαριασμοί

Ως «Επαγγελματικός Λογαριασμός» ορίζεται ο λογαριασμός που τηρείται σε Πάροχο Υπηρεσιών Πληρωμών του Ν.3862/2010 (νυν Ν.4537/2018), μέσω του οποίου διενεργούνται συναλλαγές που αφορούν αποκλειστικά την επιχειρηματική δραστηριότητα του κατόχου.

Στον επαγγελματικό λογαριασμό, οι υπόχρεοι αποδέχονται συναλλαγές με ηλεκτρονικά μέσα πληρωμής όπως, ενδεικτικά, μέσα πληρωμής με κάρτα, εντολές άμεσης χρέωσης, μεταφορές πίστωσης, πάγιες εντολές, καθώς και συναλλαγές με μετρητά. Οι συναλλαγές που διενεργούνται μέσω του επαγγελματικού λογαριασμού αφορούν αποκλειστικά την εμπορική, επιχειρηματική ή επαγγελματική δραστηριότητα του υπόχρεου. Συναλλαγές που αφορούν την εμπορική, επιχειρηματική ή επαγγελματική δραστηριότητα του υπόχρεου, μέσω των Παρόχων Υπηρεσιών Πληρωμών του Ν.3862/2010 (νυν Ν.4537/2018) ανεξαρτήτως του μέσου συναλλαγής, διενεργούνται μέσω επαγγελματικού λογαριασμού.

Οι δικαιούχοι πληρωμής υποχρεούνται να δηλώσουν το σύνολο των επαγγελματικών λογαριασμών τους σε περίπτωση που οι συναλλαγές που πραγματοποιούνται με ηλεκτρονικά μέσα πληρωμής διενεργούνται σε πέραν του ενός επαγγελματικούς λογαριασμούς. Δήλωση ίδιου επαγγελματικού λογαριασμού από διαφορετικούς δικαιούχους πληρωμής δεν επιτρέπεται και η Α.Α.Δ.Ε. προβαίνει σε απενεργοποίηση των λογαριασμών. Οι επαγγελματικοί λογαριασμοί δηλώνονται με τη χρήση του Αριθμού Λογαριασμού Πληρωμών. Εφόσον υπάρχει IBAN δηλώνονται υποχρεωτικά με τη μορφή αυτή και επιβεβαιώνονται από τους Παρόχους Υπηρεσιών Πληρωμών του Ν.3862/2010 (νυν Ν.4537/2018. Σε περίπτωση μη επιβεβαίωσης του Λογαριασμού, η Α.Α.Δ.Ε. προβαίνει σε απενεργοποίησή του. Οι δικαιούχοι πληρωμής δύναται να διαγράφουν Επαγγελματικούς Λογαριασμούς και να προβαίνουν σε προσθήκη Επαγγελματικού Λογαριασμού, σε περίπτωση τροποποίησης.

Κατόπιν όλων όσων προαναφέρθηκαν προκύπτουν τα ακόλουθα:

- Υπόχρεοι σε δήλωση επαγγελματικού λογαριασμού είναι οι δικαιούχοι πληρωμής (φυσικά, νομικά πρόσωπα και νομικές οντότητες) με Κωδικό Αριθμό Δραστηριότητας, είτε κύριας είτε δευτερεύουσας, που περιλαμβάνεται στη λίστα της με αριθμ. 45231/2017 Κ.Υ.Α., και οι οποίοι αποδέχονται συναλλαγές από πληρωτές οι οποίοι δρουν για λόγους που δεν εμπίπτουν στην εμπορική, επιχειρηματική ή επαγγελματική τους δραστηριότητα (B2C συναλλαγές). Δεν είναι υπόχρεοι σε δήλωση επαγγελματικού λογαριασμού, ακόμη και αν έχουν ΚΑΔ που περιλαμβάνεται στη λίστα της με αριθμ. 45231/2017 Κ.Υ.Α., οι δικαιούχοι πληρωμής που συναλλάσσονται με πληρωτές οι οποίοι δρουν στο πλαίσιο της εμπορικής, επιχειρηματικής ή επαγγελματικής τους δραστηριότητας (Β2Β συναλλαγές). Επισημαίνεται ότι υποχρέωση δήλωσης Επαγγελματικού Λογαριασμού υπάρχει και στην περίπτωση που διενεργούνται Β2Β συναλλαγές παράλληλα με B2C συναλλαγές.

Οι δικαιούχοι πληρωμής υποχρεούνται να δηλώσουν το σύνολο των επαγγελματικών λογαριασμών τους σε περίπτωση που οι συναλλαγές που πραγματοποιούνται με ηλεκτρονικά μέσα πληρωμής διενεργούνται σε πέραν του ενός επαγγελματικούς λογαριασμούς.

Τα ανωτέρω ισχύουν αντίστοιχα και για τους φορολογούμενους που αποκτούν εισόδημα από μισθωτή εργασία και συντάξεις της περ. στ΄ της παρ. 2 του άρθρου 12 του Ν.4172/2013 .

- Δεν υπάρχει υποχρέωση δήλωσης Επαγγελματικού Λογαριασμού, όταν οι δικαιούχοι πληρωμής (φυσικά ή νομικά πρόσωπα και νομικές οντότητες) βρίσκονται σε κατάσταση αδράνειας.

- Τραπεζικός λογαριασμός που τηρείται ως κοινός λογαριασμός με συνδικαιούχα πρόσωπα μπορεί να δηλωθεί ως επαγγελματικός μόνον από τον ένα από τους συνδικαιούχους.

- Νομικό πρόσωπο και νομική οντότητα έχει τη δυνατότητα να δηλώσει ως επαγγελματικό λογαριασμό, τραπεζικό λογαριασμό στον οποίο δικαιούχος είναι φυσικό πρόσωπο (νόμιμος εκπρόσωπος ή μέλος), αρκεί να δηλώνεται ως Επαγγελματικός Λογαριασμός μόνο από το νομικό πρόσωπο ή τη νομική οντότητα.

- Τραπεζικοί λογαριασμοί που τηρούνται ως ταμιευτηρίου, όψεως ή σε συνάλλαγμα, μπορούν να δηλωθούν ως Επαγγελματικοί Λογαριασμοί.

- Οι δικαιούχοι πληρωμής (π.χ. δικηγόροι, λογιστές, ασφαλιστές, κ.λπ.) που τηρούν τραπεζικούς λογαριασμούς αποκλειστικά για πληρωμή υποχρεώσεων τρίτων, όπως ενδεικτικά φόρων, εργοδοτικών εισφορών, προκαταβολών, ασφαλίστρων, Δ.Ε.Η. κ.λπ., δεν δηλώνονται ως Επαγγελματικοί Λογαριασμοί.

- Όσον αφορά αποκλειστικά τους μεσολαβητές είσπραξης, οι οποίοι δεν έχουν B2C συναλλαγές, αυτοί χρησιμοποιούν για τη διαμεσολάβησή τους τραπεζικούς λογαριασμούς τρίτων, δεν έχουν υποχρέωση δήλωσης των συγκεκριμένων λογαριασμών ως Επαγγελματικών Λογαριασμών (π.χ. πρακτορεία Ο.Π.Α.Π. χωρίς άλλη δραστηριότητα).

- Ιατροί που αμείβονται μέσω ΕΟΠΥΥ και όχι από τους ασθενείς τους δεν έχουν υποχρέωση δήλωσης Επαγγελματικών Λογαριασμών, καθόσον πραγματοποιούν B2B συναλλαγή (αμείβονται μόνο από τον ΕΟΠΥΥ). Εντούτοις, η υποχρέωση για δήλωση Επαγγελματικών Λογαριασμών παραμένει όταν πραγματοποιούν παράλληλα και B2C συναλλαγές (αμείβονται από τους ασθενείς).

- Δεν επιβάλλεται πρόστιμο στην περίπτωση που από Λογαριασμό ο οποίος έχει δηλωθεί ως επαγγελματικός διενεργούνται συναλλαγές οι οποίες δεν αφορούν την εμπορική, επιχειρηματική ή επαγγελματική δραστηριότητα του υπόχρεου.

2. Συναλλαγές μεταξύ επιτηδευματία και ιδιωτών

2.1 Όριο συναλλαγών

Φορολογικά στοιχεία συνολικής αξίας πεντακοσίων (500) ευρώ και άνω, που εκδίδονται από επιτηδευματίες, για πώληση αγαθών ή παροχή υπηρεσιών σε ιδιώτες, εξοφλούνται από τους λήπτες αυτών αποκλειστικά μέσω Τραπέζης, με χρεωστικές ή πιστωτικές κάρτες του αγοραστή των αγαθών ή λήπτη των υπηρεσιών ή μέσω τραπεζικού λογαριασμού ή με επιταγές, αποκλειόμενης της εξόφλησης των υπόψη στοιχείων με μετρητά.

Προκαταβολές που εισπράττονται ή τμηματικές καταβολές, που αφορούν συναλλαγές ύψους άνω του ισχύοντος κάθε φορά ορίου, εμπίπτουν στον παραπάνω περιορισμό,, ανεξαρτήτως του ποσού έκαστης τμηματικής καταβολής ή προκαταβολής.

Ως αξία συναλλαγής, για την εφαρμογή των ως άνω διατάξεων, νοείται το συνολικό ποσό της αξίας της συναλλαγής, συμπεριλαμβανομένου του Φ.Π.Α..

Ο παραπάνω περιορισμός δεν ισχύει για περιπτώσεις αγορών αγαθών ή υπηρεσιών, που το αντίτιμο της αξίας καλύπτεται με επί μέρους διαδοχικές καταβολές (προκαταβολές), διαφορετικών προσώπων από τον τελικό καταναλωτή. Το τυχόν επιπλέον, μη καλυπτόμενο κατά τα ως άνω ποσό, εξοφλείται με βάση τον ανωτέρω περιορισμό, εφόσον η συνολική αξία της συναλλαγής υπερβαίνει το ισχύον όριο (π.χ. αγορά αγαθών από ιδιώτη μέσω «λίστας γάμου» κ.λπ.).

2.2 Λοιπές περιπτώσεις

- Σε περίπτωση πώλησης αγαθών (όπως οχήματα, κ.λπ.) σε ιδιώτη «με ανταλλαγή», εξοφλείται από τον ιδιώτη - αγοραστή η διαφορά της αξίας που προκύπτει από το συμψηφισμό των αμοιβαίων ανταπαιτήσεων, εφόσον αυτή υπερβαίνει το ισχύον, κάθε φορά, όριο, αποκλειστικώς με τη χρήση μέσων πληρωμής με κάρτα ή άλλου ηλεκτρονικού μέσου πληρωμής.

- Σε περίπτωση αλλαγής λιανικώς πωληθέντων αγαθών, η αξία των οποίων προηγουμένως έχει εξοφληθεί, για τη νέα απόδειξη λιανικής πώλησης που εκδίδεται, εφαρμόζονται αναλόγως τα οριζόμενα στη προηγούμενη περίπτωση.

- Τα προαναφερόμενα ισχύουν και στην περίπτωση επιστροφής αγαθών, εφόσον μεταγενέστερα η απαίτηση του ιδιώτη συμψηφισθεί με επόμενη αγορά αγαθών.

2.3 Πρόστιμο μη συμμόρφωσης

Για παραβάσεις που αφορούν τη μη συμμόρφωση με την συγκεκριμένη υποχρέωση, επιβάλλεται στον εκδότη (πωλητή αγαθών ή υπηρεσιών), το πρόστιμο που προβλέπεται από τις διατάξεις της περίπτωσης θ΄ της παρ. 2 του άρθρου 54 του Ν.4174/2013 , όπως αυτές προστέθηκαν με την περίπτωση β΄ της παρ. 4 του άρθρου 12 του Ν.4474/2017 , ήτοι 100 ευρώ για κάθε παράβαση.

Ως μη συμμόρφωση με τις υποχρεώσεις, θεωρείται η μη εξόφληση, από τον λήπτη (ιδιώτη-αγοραστή) των αγαθών ή των υπηρεσιών, φορολογικών στοιχείων συνολικής αξίας 500 ευρώ και άνω, με τη χρήση «μέσων πληρωμής με κάρτα» (όπως πιστωτικής, χρεωστικής, προπληρωμένης, κ.λπ.) ή άλλων «ηλεκτρονικών μέσων πληρωμής» (όπως τραπεζικό έμβασμα, μέσω λογαριασμού πληρωμών, κ.λπ.).

3. Συναλλαγές μεταξύ ιδιωτών

Σχετικά με τις συναλλαγές μεταξύ ιδιωτών δεν υπάρχει κάποια διάταξη που να ορίζει χρηματικό όριο πάνω από το οποίο απαγορεύεται η εξόφληση συναλλαγών με μετρητά.

3.1 Ηλεκτρονικά μέσα πληρωμής και προσαύξηση φόρου εισοδήματος

Ωστόσο, επισημαίνεται ότι σε περίπτωση εισοδήματος από μισθωτή εργασία, συντάξεις και επιχειρηματική δραστηριότητα φυσικών προσώπων, ο φόρος που προκύπτει κατά την εφαρμογή της κλίμακας φορολογίας για εισοδήματα από μισθούς, συντάξεις και Επιχειρηματική Δραστηριότητα ( παρ. 1 άρθρο 15 του Ν.4172/2013 ) προσαυξάνεται κατά το ποσό που προκύπτει από τη θετική διαφορά μεταξύ του απαιτούμενου και του δηλωθέντος ποσού δαπανών με ηλεκτρονικά μέσα πληρωμής, πολλαπλασιαζόμενης με συντελεστή είκοσι δύο τοις εκατό (22%).

Ως γενικός κανόνας για την περίπτωση αυτή ορίζεται ότι το απαιτούμενο ποσό δαπανών με ηλεκτρονικά μέσα πληρωμής για κάθε φορολογικό έτος ορίζεται σε ποσοστό τριάντα τοις εκατό (30%) του πραγματικού εισοδήματος που προέρχεται από μισθωτή εργασία - συντάξεις και επιχειρηματική δραστηριότητα και μέχρι είκοσι χιλιάδες (20.000) ευρώ δαπανών.

Στον υπολογισμό του πραγματικού εισοδήματος δεν περιλαμβάνεται το ποσό της εισφοράς αλληλεγγύης του άρθρου 43Α και το ποσό της διατροφής που δίδεται στον/στην διαζευγμένο/-η σύζυγο ή σε μέρος συμφώνου συμβίωσης ή/και εξαρτώμενο τέκνο, εφόσον καταβάλλεται με ηλεκτρονικά μέσα πληρωμής.

Ως δαπάνες με ηλεκτρονικά μέσα πληρωμής θεωρούνται δαπάνες απόκτησης αγαθών και λήψης υπηρεσιών στην ημεδαπή ή σε κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή του Ε.Ο.Χ., οι οποίες καταβάλλονται με ηλεκτρονικά μέσα πληρωμής, όπως, ενδεικτικά αλλά όχι περιοριστικά, κάρτες και μέσα πληρωμής με κάρτες, πληρωμή μέσω λογαριασμού πληρωμών Παρόχων Υπηρεσιών Πληρωμών του Ν.4537/2018 και χρήση ηλεκτρονικού πορτοφολιού.


Το κείμενο αποτελεί απόσπασμα από άρθρο ομότιτλο άρθρο των κ. Παπαγιάννη Νικόλαου και Παπαδόπουλου Γιώργου, που δημοσιεύθηκε στο τεύχος Ιανουαρίου 2021 του περιοδικού Epsilon7. Στο πλήρες κείμενο του άρθρου αναλύεται επιπρόσθετα το ζήτημα της Έκπτωσης δαπανών, με επιμέρους αναφορά στις δαπάνες άνω των 500 ευρώ, την καταβολή μισθοδοσίας και την καταβολή ενοικίων, ενώ παρατίθεται και ένας πρακτικός πίνακας που παρουσιάζει τα συμπεράσματα του άρθρου.

Πηγή:  e-forologia.gr

Δευτέρα 17 Μαΐου 2021

Τα 4 φορολογικά οφέλη των νέων αγροτών

1. Απαλλαγή από το τέλος επιτηδεύματος για την πρώτη 5ετία

Σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 31 του Ν. 3986/2011 εξαιρούνται της καταβολής τέλους επιτηδεύματος οι ατομικές εμπορικές επιχειρήσεις και η ατομική άσκηση ελευθέριου επαγγέλματος, εφόσον δεν έχουν παρέλθει πέντε (5) έτη από την πρώτη έναρξη εργασιών.

2. Μείωση προκαταβολής φόρου για τα εισοδήματα του 2020

Μειώνεται από φέτος, για όλα τα φυσικά πρόσωπα που ασκούν επιχειρηματική δραστηριότητα, η προκαταβολή φόρου από το 100% στο 55%.

3. Μειώσεις φόρου στους κατά κύριο επάγγελμα αγρότες

Για ετήσια εισοδήματα μέχρι 12.000 ευρώ από μισθούς και συντάξεις, καθώς επίσης και για τα ετήσια εισοδήματα μέχρι 12.000 ευρώ από αγροτικές δραστηριότητες που αποκτούν οι κατ’ επάγγελμα αγρότες προβλέπεται πλέον έκπτωση φόρου:

* 777 ευρώ, εάν δεν υπάρχουν προστατευόμενα τέκνα.

* 810 ευρώ, εάν υφίσταται ένα προστατευόμενο τέκνο.

* 900 ευρώ, εάν υπάρχουν δύο προστατευόμενα τέκνα.

* 1.120 ευρώ, εάν υφίστανται τρία προστατευόμενα τέκνα.

* 1.340 ευρώ, εάν υφίστανται τέσσερα προστατευόμενα τέκνα.

* επιπλέον 220 ευρώ για κάθε προστατευόμενο τέκνο από το πέμπτο και πάνω.

4. Μειωμένη φορολογική κλίμακα

Ο Ν. 4172/2013 παράγραφος 2 του άρθρου 29, προβλέπει ότι τα φυσικά πρόσωπα με πρώτη δήλωση έναρξης επιτηδεύματος από 1ης Ιανουαρίου 2013 και μετά και για τα τρία πρώτα έτη άσκησης της δραστηριότητάς τους, ο φορολογικός συντελεστής του πρώτου κλιμακίου της φορολογικής κλίμακας μειώνεται κατά 50% εφόσον το ετήσιο ακαθάριστο εισόδημά τους από επιχειρηματική δραστηριότητα δεν υπερβαίνει τα 10.000 ευρώ.

Με δεδομένο ότι ο συντελεστής από τον Ιανουάριο του 2020 έχει διαμορφωθεί στο 9% οι νέοι αγρότες (έναρξη εντός τριετίας) θα φορολογηθούν με 4,5 όταν το εισόδημα τους δεν υπερβαίνει τις 10.000 €.

Παρασκευή 23 Απριλίου 2021

Πώς γίνονται αφορολόγητες οι ανείσπρακτες απαιτήσεις

 

Τη δυνατότητα να διαγράφουν απαιτήσεις από συναλλασσόμενους που δεν υπερβαίνουν το ποσό των 300 ευρώ και, ως εκ τούτου, να εκπίπτουν από τα ακαθάριστα έσοδα έχουν οι επιχειρήσεις, σύμφωνα με το άρθρο 14 του ν. 4646/2019. Όπως προκύπτει από την εγκύκλιο της ΑΑΔΕ, οι απαιτήσεις το συνολικό ύψος των οποίων, συμπεριλαμβανομένου ΦΠΑ, δεν υπερβαίνει τα 300  ευρώ ανά αντισυμβαλλόμενο μπορούν να διαγραφούν στο φορολογικό έτος εντός του οποίου συμπληρώνονται δώδεκα μήνες από τον χρόνο κατά τον οποίο κατέστησαν ληξιπρόθεσμες, χωρίς να έχουν αναληφθεί οι κατάλληλες ενέργειες για τη διασφάλιση του δικαιώματος είσπραξης της εν λόγω απαίτησης, εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις που θέτει η εφορία. Συγκεκριμένα, θα πρέπει προηγουμένως να έχουν εγγραφεί τα ποσά που αντιστοιχούν στις οφειλές ως έσοδα, να έχουν προηγουμένως διαγραφεί από τα βιβλία του φορολογούμενου και οι οφειλέτες να έχουν λάβει αποδεδειγμένα γνώση της διαγραφής της οφειλής τους, όπου αυτό είναι δυνατόν. Το συνολικό ύψος των απαιτήσεων που διαγράφονται δεν μπορεί να υπερβαίνει, ανά φορολογικό έτος, ποσοστό 5% επί του συνόλου των απαιτήσεων στο τέλος της χρήσης.

Το βάρος της απόδειξης για την ενημέρωση του οφειλέτη περί της διαγραφής το φέρει ο φορολογούμενος, ο οποίος οφείλει να διατηρεί τα σχετικά στοιχεία. Για την απόδειξη του γεγονότος ότι ο οφειλέτης ενημερώθηκε, ο φορολογούμενος μπορεί να επικαλεστεί κάθε πρόσφορο μέσο, όπως ενδεικτικά:

- Το αποδεικτικό αποστολής συστημένης επιστολής στην τελευταία διαθέσιμη διεύθυνση του οφειλέτη.

- Το αποδεικτικό επίδοσης εξώδικης επιστολής.

- Το αποδεικτικό επιτυχημένης αποστολής και ανάγνωσης μηνύματος ηλεκτρονικού ταχυδρομείου κ.λπ.

Σε περίπτωση που ο φορολογούμενος επιχείρησε να γνωστοποιήσει στον οφειλέτη τη διαγραφή, όμως δεν είναι δυνατή η απόδειξη ότι ο οφειλέτης πράγματι έλαβε γνώση της διαγραφής, όπως, π.χ., όταν η επιχείρηση δεν έχει στη διάθεσή της επικαιροποιημένα στοιχεία του υπόψη πελάτη, το ποσό της διαγραφείσας απαίτησης αναγνωρίζεται για φορολογικούς σκοπούς.

Το ποσό των 300 ευρώ, το οποίο δύναται να διαγραφεί οριστικά με βάση τις παραπάνω διατάξεις, αφορά το σύνολο της απαίτησης συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ, για την οποία η επιχείρηση δύναται να σχηματίσει πρόβλεψη επισφαλών απαιτήσεων.

Επίσης, το ποσό των 300 ευρώ εξετάζεται ανά αντισυμβαλλόμενο και όχι ανά απαίτηση, δηλαδή πρέπει το σύνολο των απαιτήσεων από τον ίδιο οφειλέτη να μην υπερβαίνει το ποσό των 300 ευρώ, ανεξάρτητα από το πλήθος των συναλλαγών. Για παράδειγμα, σε περίπτωση που υφίσταται καταδικαστική απόφαση κατά οφειλέτη ποσού 3.000 ευρώ και στο πλαίσιο της διαδικασίας εκτέλεσης εισπράχθηκε το ποσό των 2.800 ευρώ, δύναται να διαγραφεί το ανείσπρακτο υπόλοιπο ποσού 200 ευρώ.

Το μέρος της διαγραφείσας απαίτησης που αφορά το ποσό του Φόρου Προστιθέμενης Αξίας εκπίπτει από τα ακαθάριστα έσοδα των επιχειρήσεων, με την προϋπόθεση να υπάρχει υποχρέωση απόδοσής του στο Δημόσιο και να έχει ήδη συμπεριληφθεί στη δήλωση ΦΠΑ (αρχική ή τροποποιητική) της οικείας περιόδου.

Για την καλύτερη κατανόηση, παρατίθεται το ακόλουθο παράδειγμα:

Ανώνυμη εταιρεία εμφανίζει σύνολο απαιτήσεων στο τέλος του φορολογικού έτους 100.000 ευρώ. Το σύνολο των ληξιπρόθεσμων απαιτήσεων αξίας με ΦΠΑ μέχρι 300 ευρώ ανά αντισυμβαλλόμενο ανέρχεται σε 10.000 ευρώ. Από το ποσό των απαιτήσεων ύψους 10.000 ευρώ η εν λόγω εταιρεία δύναται να διαγράψει συνολικό ποσό απαιτήσεων ύψους 5.000 ευρώ (100.000 ευρώ x 5% = 5.000 ευρώ), καθ’ όσον το συνολικό ποσό των απαιτήσεων μικρής αξίας που διαγράφονται δεν μπορεί να υπερβαίνει ανά φορολογικό έτος ποσοστό 5% του συνόλου των απαιτήσεων στο τέλος του έτους, συμπεριλαμβανομένων των προς διαγραφή απαιτήσεων.

Δεδομένου ότι οι υπόψη διατάξεις εφαρμόζονται και στις επιχειρήσεις που τηρούν απλογραφικά βιβλία, είτε πρόκειται για φυσικά πρόσωπα που ασκούν επιχειρηματική δραστηριότητα είτε για νομικά πρόσωπα και νομικές οντότητες, θα πρέπει, για την εφαρμογή της υπόψη διάταξης, οι εν λόγω επιχειρήσεις να παρακολουθούν τις απαιτήσεις τους εξωλογιστικά, τηρώντας καταστάσεις ανά πελάτη ή χρεώστη στις οποίες να καταχωρίζουν τις συναλλαγές τους (πωλήσεις, εισπράξεις), έτσι ώστε να είναι ευχερής η διαπίστωση τόσο του υπολοίπου του κάθε πελάτη ή χρεώστη όσο και του συνόλου των απαιτήσεων επί του οποίου θα εφαρμοστεί το πιο πάνω όριο (ποσοστό 5%).  Επομένως, εφόσον πληρούνται όλες οι αναφερθείσες παραπάνω προϋποθέσεις σε κάθε περίπτωση απαιτήσεων κατά οφειλετών αξίας μέχρι 300 ευρώ για τις οποίες δεν είχε σχηματιστεί πρόβλεψη επισφαλούς απαίτησης, οι επιχειρήσεις μπορούν να διαγράψουν οριστικά τις απαιτήσεις και να εκπέσουν το σχετικό ποσό από τα ακαθάριστα έσοδα του φορολογικού έτους εντός του οποίου γίνεται η διαγραφή.  

Πηγή: capital.gr

Πέμπτη 18 Μαρτίου 2021

Φορολογική Αντιμετώπιση Καταστροφής Αποθεμάτων

 

Του Γιώργου Δαλιάνη* με τη συνεργασία της Μαρίας Πουρνιά* 

Ένα μόνιμο ζήτημα που απασχολεί τις επιχειρήσεις είναι το ξεκαθάρισμα των αποθηκών τους από ακατάλληλα, ληγμένα, κατεστραμμένα αποθέματα (εμπορεύματα, πρώτες και βοηθητικές ύλες, αναλώσιμα κλπ) αλλά και η καταστροφή των αποσβεσθέντων και μη χρησιμοποιούμενων πάγιων περιουσιακών στοιχείων.

Επειδή η καταστροφή των ανωτέρω επηρεάζει το ετήσιο οικονομικό αποτέλεσμα διότι η προκύπτουσα ζημία αναγνωρίζεται φορολογικά, θα πρέπει να ακολουθηθεί μια συγκεκριμένη διαδικασία.

Υπολογισμός εκπιπτόμενης ζημίας από την καταστροφή

Πριν την οριστική καταστροφή των αποθεμάτων, οι εταιρείες δύνανται με βάση το άρθρο 18 του νόμου των ΕΛΠ (Ν.4308/2014) να απομειώσουν την αξία των αποθεμάτων τους. Τα απαξιωθέντα αυτά εμπορεύματα μπορούν να παραμείνουν στα λογιστικά βιβλία της εταιρείας για μεγάλο χρονικό διάστημα μέχρι την απόφαση για οριστική καταστροφή τους. Πολλές επιχειρήσεις έως την καταστροφή αυτή, μπορούν να τα αποτιμήσουν στην κατ’ είδος χαμηλότερη τιμή μεταξύ της αξίας κτήσης και της καθαρής ρευστοποιήσιμης αξίας ή ακόμη και στην αξία του ενός λεπτού (0,01€) (άρθρο 20 παρ. 6 των ΕΛΠ Ν.4308/2014).

Εκκαθάριση αποθήκης και περιβάλλον

Ένα λεπτό σημείο που χρίζει ιδιαίτερης προσοχής πριν την λήψη της απόφασης καταστροφής των ακατάλληλων αποθεμάτων είναι οι σχετικές διατάξεις της νομοθεσίας για την προστασία του περιβάλλοντος. Οι επιχειρήσεις πριν προβούν στην καταστροφή θα πρέπει να μελετούν την σχετική νομοθεσία ανάλογα με το είδος των καταστρεφόμενων στοιχείων και να απευθύνονται για την καταστροφή αυτών σε αδειοδοτημένες εταιρίες διαχείρισης αποβλήτων και ανακύκλωσης. Αποθέματα που διέπονται από τις προαναφερόμενες διατάξεις είναι για παράδειγμα ηλεκτρονικοί υπολογιστές, τηλεοράσεις, μπαταρίες, λάδια-λίπη, φάρμακα και γενικά υλικά που προκαλούν καταστροφή στο περιβάλλον.

Αποδεικτικά στοιχεία για την καταστροφή

Με βάση τα Ελληνικά Λογιστικά Πρότυπα δεν προβλέπεται ειδικό φορολογικό στοιχείο για την απόδειξη της καταστροφής των αποθεμάτων. Ειδικό στοιχείο δεν προβλεπόταν ούτε από τις διατάξεις του Π.Δ. 186/1992 ούτε μετέπειτα από τον ΚΦΑΣ. Όπως ορίζεται από τις διατάξεις της παρ.5 του άρθρου 5 των ΕΛΠ, η κάθε συναλλαγή – γεγονός πρέπει να τεκμηριώνεται με τα κατάλληλα δικαιολογητικά.

«Κάθε συναλλαγή και γεγονός που αφορά την οντότητα τεκμηριώνεται με κατάλληλα παραστατικά (τεκμήρια). Τα παραστατικά αυτά εκδίδονται είτε από την οντότητα είτε από τους συναλλασσόμενους με αυτήν είτε από τρίτους, σε έντυπη ή σε ηλεκτρονική μορφή, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο νόμο αυτόν. Τα παραστατικά αναφέρουν όλες τις απαραίτητες πληροφορίες για την ασφαλή ταυτοποίηση κάθε μίας συναλλαγής ή γεγονότος, και σε κάθε περίπτωση όσα ορίζει ο παρών νόμος.»

Κατά συνέπεια θα πρέπει μέσω του νόμιμου δικαιολογητικού στοιχείου να ενημερωθούν τα λογιστικά αρχεία της επιχείρησης.

Πρωτόκολλο καταστροφής

Ένα τέτοιο νόμιμο δικαιολογητικό στοιχείο είναι το «Πρωτόκολλο καταστροφής αποθεμάτων» που στο οποίο περιγράφονται αναλυτικά τα καταστρεφόμενα αποθέματα – πάγια, οι ποσότητες αυτών και γίνεται αναφορά στην αιτία της καταστροφής τους. Λόγω ενδεχόμενου ελέγχου, η καταγραφή πρέπει να είναι λεπτομερής ώστε να μην μπορεί να αμφισβητηθεί.

Η Διοίκηση (π.χ. Διοικητικό Συμβούλιο, Διαχειριστής κλπ.) της επιχείρησης αποφασίζει την καταστροφή των αποθεμάτων της, την ώρα και τον τόπο της καταστροφής και ορίζει την σχετική επιτροπή που θα διεκπεραιώσει την διαδικασία.

Το πρωτόκολλο συντάσσεται από την επιτροπή της επιχείρησης που διενεργεί την καταστροφή και έχει συγκροτηθεί για το λόγο αυτό με απόφαση των νομίμων οργάνων της. Συνήθως απαρτίζεται από κάποιο μέλος της Διοίκησης ή εκπρόσωπό του, τον υπεύθυνο Λογιστηρίου και τον Αποθηκάριο.

Με βάση την υπ’ αριθμό 1091898/608/0015/11.10.2007 απάντηση του Υπουργείου Οικονομικών, δεν υφίσταται υποχρέωση από την επιχείρηση να γνωστοποιήσει στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. την καταστροφή των αποθεμάτων τον τόπο και την ώρα που θα ολοκληρωθεί η διαδικασία όπως προέβλεπαν παλιότερες διατάξεις.

Αξίζει να σημειώσουμε εδώ πως νομολογιακά έχει κριθεί ότι το πρωτόκολλο καταστροφής δεν αποτελεί από μόνο του αμάχητο τεκμήριο ως προς την ακρίβεια του περιεχομένου του.

Παραστατικό Διακίνησης (Δελτίο Αποστολής)

Για τη μεταφορά των καταστραφέντων αποθεμάτων η επιχείρηση δεν υποχρεούται στην έκδοση Δελτίου Αποστολής, σύμφωνα με την ΠΟΛ.1003/2014 άρθρο 5 παρ. 8.4 στο οποίο ρητά αναφέρονται οι κάτωθι περιπτώσεις όπου δεν απαιτείται η έκδοση Παραστατικού Διακίνησης (Δελτίου Αποστολής):

θ) διακίνηση κατεστραμμένων αποθεμάτων με σκοπό την απόρριψη αυτών,

ι) διακίνηση αγαθών που δεν έχουν καμία εμπορευματική αξία για τον αποστολέα, για τον παραλήπτη ή για κάποιον τρίτο, διαζευκτικά ή αθροιστικά και η διάθεσή αυτών αυτούσιων ή μη, δεν επιφέρει κανένα έσοδο. Δεν εκδίδεται δηλαδή, το εν λόγω στοιχείο για τη διακίνηση άχρηστων ή ακατάλληλων εμπορευμάτων, προϊόντων ή υπολειμμάτων (π.χ. περισυλλογή και διακίνηση προς καταστροφή ή ανακύκλωση, ληγμένων φαρμακευτικών προϊόντων, υπό την προϋπόθεση ότι δεν ενσωματώνουν καμία εμπορευματική αξία), σε χώρους απόρριψης (π.χ. χωματερές, κ.λπ.),

Παρ’ ότι υπάρχει ρητή εξαίρεση στην έκδοση Δελτίου Αποστολής σύμφωνα με τα παραπάνω, η έκδοση του Δ.Α αποτελεί κατά την άποψη μας επιπλέον νόμιμο δικαιολογητικό στοιχείο απόδειξης του γεγονότος της μεταφοράς των αποθεμάτων στον χώρο καταστροφής τους.

Σε περίπτωση που τα κατεστραμμένα είδη της αποθήκης πωλήθηκαν σε κάποια εταιρεία ανακύκλωσης, το τιμολόγιο πώλησης μπορεί να αντικαταστήσει το παραστατικό διακίνησης.

Ο έλεγχος στην προσπάθειά του να εξακριβώσει το γεγονός της καταστροφής των αποθεμάτων μπορεί να ζητήσει οποιοδήποτε επιπλέον στοιχείο. Νόμιμο δικαιολογητικό στοιχείο κατά τη γνώμη μας αποτελεί η βεβαίωση καταστροφής των ακατάλληλων αποθεμάτων που εκδίδεται από την εταιρία διαχείρισης αποβλήτων και ανακυκλώσιμων υλικών. Οι επιχειρήσεις θα πρέπει να απευθύνονται στις εν λόγω εταιρίες για την καταστροφή των ανακυκλώσιμων υλικών και αποβλήτων διότι ο φορολογικός έλεγχος μπορεί να απορρίψει το γεγονός σε περίπτωση που δεν παρέχεται η σχετική βεβαίωση καταστροφής τους.

Σε περίπτωση που επιχείρηση που απασχολείται με την εμπορία ή επεξεργασία εμπορευμάτων που αποτελούνται από μέταλλα αξίας, όπως ο χρυσός-ο άργυρος-το αλουμίνιο κ.α., δεν είναι αποδεκτό να ισχυριστούν καταστροφή των αποθεμάτων τους για ευνόητους λόγους.

ΦΠΑ και Φορολογική Αναγνώριση της Καταστροφή Αποθεμάτων

Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 33, παρ. 1β, Ν.2859/2000 δεν ενεργείται διακανονισμός έκπτωσης του φόρου στις περιπτώσεις καταστροφής, απώλειας ή κλοπής που αποδεικνύονται ή δικαιολογούνται σχετ. ΠΟΛ.1221/2000. Συνεπώς, ο Φ.Π.Α. που εξέπεσε κατά την αγορά των εμπορευμάτων, πρώτων υλών, κ.λ.π. δεν επιστρέφεται στο Δημόσιο στην περίπτωση που στη συνέχεια τα εμπορεύματα ή οι πρώτες ύλες ή τα παραχθέντα από αυτές προϊόντα καταστρέφονται, εφόσον η ζημία αυτή αποδεικνύεται με τα νόμιμα δικαιολογητικά.

Η ζημία από την καταστροφή αποθεμάτων αναγνωρίζεται προς έκπτωση από τα ακαθάριστα έσοδα της επιχειρήσεως, εφόσον η ζημία είναι βεβαιωμένη, πραγματοποιείται προς το συμφέρον της επιχείρησης, εγγράφεται στα βιβλία και αποδεικνύεται με τα νόμιμα δικαιολογητικά.

Ζήτημα επιστροφής ΦΠΑ ή μέρους αυτού γεννάται εφόσον η Διοίκηση προχωρήσει σε καταστροφή παγίων νωρίτερα της πενταετίας από την απόκτησή τους.

Λογιστική εγγραφή καταστροφής αποθεμάτων

Παραπάνω δίνεται η αποτύπωση των λογιστικών εγγραφών στα λογιστικά αρχεία και σε ΕΛΠ και σε ΕΓΛΣ. Υπάρχει επίσης η άποψη ότι δεν απαιτείται καταχώρηση της αξίας του κόστους των αποθεμάτων διότι θα αποτυπωθεί στα αποτελέσματα μέσω της απογραφής λήξης. Η ορθή όμως λογιστική αποτύπωση είναι να αποτυπωθεί το κόστος ως έκτακτη ζημία και να μην επηρεάσει το μικτό αποτέλεσμα της επιχείρησης.

Συμπέρασμα

Τα προαναφερόμενα νόμιμα δικαιολογητικά αποτελούν την απόδειξη από την επιχείρηση στον φορολογικό έλεγχο, για την αναγνώριση της ζημίας και τη μη επιστροφή του ΦΠΑ από την καταστροφή των αποθεμάτων.

Επίσης, δεν διενεργείται διακανονισμός σε περιπτώσεις αποδεδειγμένης καταστροφής, απώλειας ή κλοπής, όπως προβλέπεται από την ΠΟΛ.1221/2000.

Τα ελλείμματα που κρίνονται μη δικαιολογημένα και για τα οποία δεν υπάρχουν στοιχεία που να τα αποδεικνύουν, μπορούν να θεωρηθούν αποκρυβείσες πωλήσεις και να επιβληθεί ΦΠΑ.

Θέλουμε να επισημάνουμε ότι οι διατάξεις δεν ορίζουν την επιβολή ΦΠΑ, στην καταστροφή εμπορευμάτων αλλά στις αναιτιολόγητες αγορές.

Οι επιχειρήσεις θα πρέπει να τηρούν την προαναφερόμενη διαδικασία για να μην βρεθούν αντιμέτωπες με απρόσμενες φορολογικές επιβαρύνσεις.

* O κ. Γιώργος Δαλιάνης είναι Διευθύνων Σύμβουλος της Artion Α.Ε. & Ιδρυτής του Ομίλου Artion, Οικονομολόγος – Φοροτεχνικός.

* Η κα Μαρία Πουρνιά είναι Partner της Artion Α.Ε. και Διευθύντρια του τμήματος Φορολογίας Φυσικών Προσώπων της Artion Α.Ε.